ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συλλογικές Συμβάσεις «αλφαδιασμένες» στα μέτρα των εργοδοτών

Πίσω από τα κυβερνητικά πανηγύρια για αυξήσεις μισθών κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: το 2028 το μεροκάματο θα αξίζει λιγότερο από ό,τι το 2009.

Πίσω από τα κυβερνητικά πανηγύρια για αυξήσεις μισθών κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: το 2028 το μεροκάματο θα αξίζει λιγότερο από ό,τι το 2009.

Η εικόνα που επιχειρεί να παρουσιάσει η κυβέρνηση για τις νέες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας είναι αυτή μιας «επιτυχίας» για τους εργαζόμενους. Στην πραγματικότητα όμως, τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια διαφορετική ιστορία , μια ιστορία συστηματικής συμπίεσης των μισθών, με τη σφραγίδα κράτους, εργοδοτών και μιας συνδικαλιστικής ηγεσίας που δείχνει να έχει ξεχάσει ποιον υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.

Η πρώτη κλαδική σύμβαση που υπογράφηκε μετά τον νέο νόμο για τις ΣΣΕ αφορά τον κλάδο των βιομηχανιών και βιοτεχνιών ζαχαρωδών προϊόντων. Η συμφωνία προβλέπει σωρευτική αύξηση περίπου 20% μέχρι το 2028. Ένας αριθμός που ακούγεται εντυπωσιακός, μέχρι να δει κανείς τι πραγματικά σημαίνει.

Σε ονομαστικούς όρους, το μεροκάματο αυξάνεται ύστερα από σχεδόν δύο δεκαετίες μόλις κατά 11,72 ευρώ μικτά. Αν όμως ληφθεί υπόψη η πραγματική αξία του χρήματος ,δηλαδή η επίδραση του πληθωρισμού και της διαρκούς ακρίβειας,τότε η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική.

Το 2028 ο εργαζόμενος στον συγκεκριμένο κλάδο θα παίρνει σε πραγματικές τιμές λιγότερα χρήματα από όσα έπαιρνε το 2009. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή σε αριθμούς, όμως αποτυπώνει με ακρίβεια την πολιτική κατεύθυνση: οι μισθοί αυξάνονται στα χαρτιά, αλλά στην πραγματική ζωή χάνουν διαρκώς έδαφος.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η σχέση των κλαδικών με τον εθνικό κατώτατο μισθό. Το σύστημα που διαμορφώνεται οδηγεί τις αμοιβές να κινούνται μόλις δύο έως τρία ευρώ πάνω από τον κατώτατο, δημιουργώντας έναν μηχανισμό «συντονισμού» που κρατά ολόκληρη την αγορά εργασίας κοντά στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο.

Δεν πρόκειται για σύμπτωση. Η πολιτική αυτή εναρμονίζεται πλήρως με τις κατευθύνσεις διεθνών οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι εδώ και χρόνια προκρίνουν τη συγκράτηση των μισθολογικών αυξήσεων στο όνομα της ανταγωνιστικότητας. Με άλλα λόγια, την προστασία της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο αυτό, η λεγόμενη «κοινωνική συμφωνία» που προβάλλεται ως θεσμική πρόοδος λειτουργεί στην πράξη ως μηχανισμός εξισορρόπησης των απαιτήσεων των εργαζομένων προς τα κάτω. Οι εργοδοτικές οργανώσεις τη στηρίζουν γιατί διασφαλίζει προβλέψιμο κόστος εργασίας. Η κυβέρνηση τη διαφημίζει ως μεταρρύθμιση. Και η ηγεσία της ΓΣΕΕ τη νομιμοποιεί με την υπογραφή της.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων που μοιάζει περισσότερο με μηχανισμό διαχείρισης της φτώχειας, παρά με εργαλείο ουσιαστικής προστασίας της εργασίας.

Για τους εργαζόμενους, η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά ίδια:οι μισθοί ακολουθούν με καθυστέρηση την ακρίβεια, ενώ το κόστος ζωής τρέχει πάντα μπροστά.

Και κάπως έτσι, πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς για «ιστορικές αυξήσεις», διαμορφώνεται μια αγορά εργασίας όπου οι αριθμοί βελτιώνονται , αλλά οι ζωές των ανθρώπων όχι.

Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής