Το «νόμιμο» πλιάτσικο: Πώς τράπεζες και funds παίρνουν τα σπίτια με τη σφραγίδα της κυβέρνησης
Με νομοθεσία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους, το σύστημα πλειστηριασμών λειτουργεί εις βάρος των δανειοληπτών και υπέρ των ισχυρών
Με νομοθεσία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους, το σύστημα πλειστηριασμών λειτουργεί εις βάρος των δανειοληπτών και υπέρ των ισχυρών
Δεν πρόκειται για μια στρέβλωση της αγοράς ούτε για μια παροδική συνέπεια της κρίσης. Πρόκειται για ένα πλήρως δομημένο σύστημα που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια με σαφή πολιτική βούληση και συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ένα σύστημα μέσα από το οποίο τα «κόκκινα» δάνεια μετατράπηκαν από κοινωνικό πρόβλημα σε επενδυτική ευκαιρία και, τελικά, σε μηχανισμό μεταφοράς πλούτου από τους πολλούς προς τους λίγους.
Οι τράπεζες απαλλάχθηκαν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, μεταφέροντάς τα σε funds σε τιμές που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντανακλούν την πραγματική τους αξία. Τα funds, με τη σειρά τους, δεν ενδιαφέρονται για κοινωνικές ισορροπίες αλλά για αποδόσεις. Και οι servicers λειτουργούν ως ο επιχειρησιακός βραχίονας αυτής της διαδικασίας, με στόχο τη μέγιστη δυνατή είσπραξη. Η αλυσίδα αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ουδέτερη. Είναι σχεδιασμένη να λειτουργεί αποτελεσματικά , αλλά όχι υπέρ της κοινωνίας.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο δανειολήπτης δεν διαπραγματεύεται πραγματικά. Βρίσκεται απέναντι σε ένα σχήμα που δεν έχει καμία σχέση με την αρχική του σύμβαση και καμία διάθεση ουσιαστικής διευθέτησης. Το δάνειό του έχει μετατραπεί σε χρηματοοικονομικό προϊόν και η περιουσία του σε αντικείμενο εκκαθάρισης. Οι πλειστηριασμοί πολλαπλασιάζονται και η απώλεια κατοικιών παύει να αποτελεί εξαίρεση και τείνει να γίνει κανονικότητα.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί αυτό το σύστημα φέρει τη δική της υπογραφή. Είναι αυτή που νομοθέτησε τη λειτουργία των servicers, που επέτρεψε τη μαζική μεταβίβαση δανείων σε funds και που δεν διασφάλισε ουσιαστική προστασία για τους πιο ευάλωτους. Η απουσία αποτελεσματικών ελεγκτικών μηχανισμών και ουσιαστικών δικλείδων ασφαλείας δεν είναι παράλειψη. Είναι επιλογή με σαφές πρόσημο.
Την ίδια στιγμή, στην αγορά πληθαίνουν οι καταγγελίες για διασυνδέσεις, για επαναλαμβανόμενα πρόσωπα και για εταιρικά σχήματα που εμφανίζονται σε διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδικασίας, από τη διαχείριση μέχρι την απόκτηση ακινήτων. Μπορεί να μην έχει αποδειχθεί δικαστικά ένα ενιαίο «κύκλωμα», όμως η επανάληψη αυτών των μοτίβων δημιουργεί εύλογες υποψίες και, κυρίως, ενισχύει την αίσθηση ότι το παιχνίδι δεν είναι ισότιμο.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν εντός ενός απολύτως νόμιμου πλαισίου. Οι διαδικασίες είναι τυπικά σύννομες, οι πλειστηριασμοί διεξάγονται κανονικά και οι μεταβιβάσεις ολοκληρώνονται χωρίς εμπόδια. Όμως η νομιμότητα, όταν λειτουργεί χωρίς κοινωνικό αντίβαρο, μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης και ανισότητας. Το γεγονός ότι κάτι είναι νόμιμο δεν σημαίνει ότι είναι και δίκαιο.
Στην πράξη, διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα όπου η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται ως βασικό κοινωνικό αγαθό, αλλά ως στοιχείο χαρτοφυλακίου. Και όταν η πολιτεία επιλέγει να ρυθμίζει αυτή την πραγματικότητα με όρους αγοράς και όχι με όρους κοινωνικής προστασίας, τότε η ευθύνη είναι ξεκάθαρη.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν το σύστημα λειτουργεί. Λειτουργεί και μάλιστα πολύ αποτελεσματικά. Το ερώτημα είναι για ποιον λειτουργεί. Και όσο η απάντηση παραμένει προφανής, τόσο θα βαθαίνει το χάσμα ανάμεσα στη νομιμότητα και στη δικαιοσύνη.

