Τραπεζικά υπερκέρδη και κυβερνητική ασυλία
Την ώρα που η κοινωνία στενάζει από την ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια και το κόστος ζωής που καλπάζει, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν κέρδη που προκαλούν. Πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ένα ποσό που σε μεγάλο βαθμό προκύπτει από πρακτικές που εδώ και χρόνια καταγγέλλονται ως καταχρηστικές: χαμηλές αποδόσεις στις καταθέσεις, πανάκριβα δάνεια, προμήθειες για κάθε συναλλαγή.
Την ώρα που η κοινωνία στενάζει από την ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια και το κόστος ζωής που καλπάζει, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν κέρδη που προκαλούν. Πάνω από 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, ένα ποσό που σε μεγάλο βαθμό προκύπτει από πρακτικές που εδώ και χρόνια καταγγέλλονται ως καταχρηστικές: χαμηλές αποδόσεις στις καταθέσεις, πανάκριβα δάνεια, προμήθειες για κάθε συναλλαγή.
Και ενώ η κοινωνία πληρώνει τον λογαριασμό, οι μέτοχοι τρίβουν τα χέρια τους. Περισσότερα από 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ μοιράζονται σε μερίσματα, σε μια πρωτοφανή διανομή κερδών για ένα τραπεζικό σύστημα που δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι διασώθηκε επανειλημμένα με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων.
Το πραγματικό όμως σκάνδαλο κρύβεται αλλού:
η φορολογία στα μερίσματα παραμένει μόλις στο 5%.
Δηλαδή, την ώρα που οι εργαζόμενοι και οι μικρομεσαίοι φορολογούνται μέχρι τελευταίου ευρώ, τα τραπεζικά υπερκέρδη αντιμετωπίζονται σχεδόν με φορολογική… ευγένεια.
Δεν πρόκειται για οικονομική αναγκαιότητα.
Πρόκειται για πολιτική επιλογή.
Μια επιλογή που επιτρέπει στις τράπεζες να θησαυρίζουν, στους μετόχους να αμείβονται πλουσιοπάροχα και στην κοινωνία να παρακολουθεί – για ακόμη μια φορά – το ίδιο έργο: ιδιωτικοποίηση των κερδών και κοινωνικοποίηση των βαρών.
Το αποτέλεσμα είναι ένα οικονομικό και κοινωνικό σκάνδαλο με καθαρή πολιτική σφραγίδα.
Με υπογραφή:
Κυριάκος Μητσοτάκης, Γιάννης Στουρνάρας, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Και το χειρότερο;
Δεν υπάρχει ούτε ίχνος αυτοκριτικής.
Μόνο αλαζονεία, πολιτική κάλυψη και η βεβαιότητα ότι η κοινωνία θα συνηθίσει να πληρώνει.
Πασχάλης Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
