Τύμβος Καστά: Δώδεκα χρόνια μετά, τα ερωτήματα παραμένουν
Έντονη αντιπαράθεση, με αιχμηρές εκφράσεις και σοβαρές επιστημονικές αιχμές, σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της 38ης Επιστημονικής Συνάντησης για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη, με επίκεντρο τον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη.
Έντονη αντιπαράθεση, με αιχμηρές εκφράσεις και σοβαρές επιστημονικές αιχμές, σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της 38ης Επιστημονικής Συνάντησης για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και Θράκη, με επίκεντρο τον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη.
Δώδεκα χρόνια μετά την εντυπωσιακή ανακάλυψη που συγκλόνισε την Ελλάδα και προκάλεσε παγκόσμιο ενδιαφέρον, ο Τύμβος Καστά στην Αμφίπολη εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων επιστημονικών συζητήσεων. Η πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ αρχαιολόγων και μελών της ανασκαφικής ομάδας ανέδειξε για ακόμη μία φορά όχι μόνο τις διαφορετικές ερμηνείες για τη χρονολόγηση και την ταυτότητα των νεκρών, αλλά και ένα βαθύτερο ζήτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια την αρχαιολογική κοινότητα: την καθυστέρηση στη δημοσιοποίηση των πλήρων αποτελεσμάτων της ανασκαφής.
Η συζήτηση πυροδοτήθηκε όταν ο αρχιτέκτονας της ανασκαφής και προϊστάμενος Αναστηλώσεων του Υπουργείου Πολιτισμού, Μιχάλης Λεφαντζής, αντέδρασε δημόσια σε εισήγηση της αρχαιολόγου και επίτιμης γενικής διευθύντριας Αρχαιοτήτων, Πολυξένης Αδάμ-Βελένη, η οποία παρουσίασε μια διαφορετική ερμηνευτική προσέγγιση για το μνημείο.
Στην παρέμβασή της, η κ. Αδάμ-Βελένη αμφισβήτησε τη χρονολόγηση του ταφικού συγκροτήματος αμέσως μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ,άποψη που είχε αρχικά διατυπώσει η ανασκαφέας Κατερίνα Περιστέρη. Σύμφωνα με τη δική της προσέγγιση, η βασική φάση κατασκευής του μνημείου ενδέχεται να τοποθετείται σε μεταγενέστερη περίοδο, πιθανότατα στον 2ο αιώνα π.Χ., κατά τη δυναστεία των Αντιγονιδών.
Παράλληλα, παρουσίασε την εκδοχή ενός μνημείου που διαμορφώθηκε μέσα από περισσότερες από μία οικοδομικές φάσεις, γεγονός που θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε για διαφορετικές ταφές σε διαφορετικές περιόδους. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε σε πιθανά ιστορικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να συνδέονται με τον τάφο, όπως η Ρωξάνη και ο γιος της Αλέξανδρος Δ΄, αλλά και ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας με τη σύζυγό του Πολυκράτεια.
Η εισήγηση προκάλεσε έντονη αντίδραση από τον Μιχάλη Λεφαντζή, ο οποίος αμφισβήτησε δημόσια την τεκμηρίωση των επιχειρημάτων, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να διατυπώνονται τόσο σοβαρά συμπεράσματα χωρίς πλήρη πρόσβαση στο ανασκαφικό υλικό και την επιστημονική τεκμηρίωση της έρευνας.
Η αντιπαράθεση αυτή ανέδειξε τις βαθιές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν για την ερμηνεία του μνημείου, περισσότερο από μια δεκαετία μετά την αποκάλυψή του. Ωστόσο, το ουσιαστικότερο ζήτημα που τέθηκε στη διάρκεια της συζήτησης δεν αφορά μόνο τη διαφορετική επιστημονική προσέγγιση, αλλά την πρόσβαση στα ίδια τα δεδομένα της ανασκαφής.
Η κ. Αδάμ-Βελένη άφησε σαφείς αιχμές για το γεγονός ότι τα πλήρη αποτελέσματα της έρευνας δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί, παρότι έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από την ανασκαφή του 2014. Υπενθύμισε μάλιστα ότι το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη δημοσίευση των ανασκαφικών δεδομένων μετά την παρέλευση μιας δεκαετίας, ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν από την ευρύτερη επιστημονική κοινότητα.
Η καθυστέρηση αυτή δημιουργεί ένα εμφανές κενό πληροφόρησης, το οποίο αναπόφευκτα τροφοδοτεί διαφορετικές θεωρίες και ερμηνείες γύρω από ένα μνημείο που εξακολουθεί να προκαλεί έντονο ενδιαφέρον.
Την ένταση επιχείρησε να εκτονώσει η γενική διευθύντρια Αρχαιοτήτων Ολυμπία Βικάτου, καλώντας τους συμμετέχοντες να διατηρήσουν τον διάλογο σε θεσμικό επίπεδο και να επιδείξουν υπομονή μέχρι να ολοκληρωθεί η διεπιστημονική επεξεργασία των στοιχείων. Όπως σημείωσε, μόνο μέσα από μια ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη θα μπορέσουν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη χρονολόγηση, τη χρήση και τα πρόσωπα που ενδέχεται να συνδέονται με τον εντυπωσιακό ταφικό περίβολο της Αμφίπολης.
Το βέβαιο είναι ότι ο Τύμβος Καστά εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων δεκαετιών στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η συζήτηση γύρω από αυτόν δείχνει ότι η επιστημονική έρευνα παραμένει ανοιχτή και ότι η πλήρης δημοσιοποίηση των στοιχείων αποτελεί βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να διαμορφωθεί μια κοινά αποδεκτή ερμηνεία για το μνημείο.
Καθημερινός Παρατηρητής
