ΥΓΕΙΑ

Υγεία πολυτελείας σε χώρα ακρίβειας : Όταν το κράτος αποσύρεται, ο πολίτης πληρώνει και πληρώνει ακριβά

Σε μια χώρα όπου το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί, με τα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγη να στραγγαλίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, η Υγεία μετατρέπεται μεθοδικά σε ακόμη ένα ακριβό εμπόρευμα. Όχι από ατύχημα. Από πολιτική επιλογή.

Σε μια χώρα όπου το κόστος ζωής έχει εκτοξευθεί, με τα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγη να στραγγαλίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, η Υγεία μετατρέπεται μεθοδικά σε ακόμη ένα ακριβό εμπόρευμα. Όχι από ατύχημα. Από πολιτική επιλογή.

Τα επίσημα και δημοσιευμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Σύστημα Λογαριασμών Υγείας – SHA) είναι αμείλικτα. Οι ιδιωτικές δαπάνες για την Υγεία αυξήθηκαν από 5,73 δισ. ευρώ το 2019 σε 7,30 δισ. ευρώ το 2023. Μια αύξηση 27,5% μέσα σε τέσσερα χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι άμεσες πληρωμές από την τσέπη των πολιτών – για εξετάσεις, ραντεβού, φάρμακα και διαγνωστικά – εκτοξεύτηκαν από 5,06 δισ. σε 6,48 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση άνω του 28%.

Τα νούμερα αυτά δεν υπάρχουν στο κενό. Έρχονται να προστεθούν σε μια καθημερινότητα όπου ο μισθός εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας, όπου η ακρίβεια λειτουργεί ως μόνιμος φόρος φτώχειας και όπου η πρόσβαση στην περίθαλψη παύει να είναι αυτονόητο κοινωνικό δικαίωμα. Για χιλιάδες πολίτες, η ασθένεια δεν είναι μόνο υγειονομικό πρόβλημα ,είναι οικονομικός εφιάλτης.

Η Ελλάδα παραμένει, σύμφωνα και με τα ευρωπαϊκά συγκριτικά στοιχεία, στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συμμετοχή των πολιτών στο κόστος Υγείας. Δηλαδή, οι Έλληνες πληρώνουν περισσότερα από τους περισσότερους Ευρωπαίους, σε μια χώρα με χαμηλότερους μισθούς και μεγαλύτερη ακρίβεια. Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα μιας συστηματικής απαξίωσης του δημόσιου συστήματος Υγείας.

Την περίοδο αυτή, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη  επιλέγει συνειδητά να υπηρετήσει τα ιδιωτικά συμφέροντα στον χώρο της Υγείας. Αντί για μαζικές προσλήψεις, ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ και αναβάθμιση των δημόσιων δομών, προωθείται ένα μοντέλο όπου το δημόσιο υποχωρεί και ο ιδιώτης καλείται να «σώσει» την κατάσταση ,φυσικά, με το αζημίωτο. Οι λίστες αναμονής διογκώνονται, τα νοσοκομεία εξαντλούνται, οι γιατροί φεύγουν, και ο πολίτης ωθείται , σχεδόν εξαναγκάζεται , στον ιδιωτικό τομέα.

Σε αυτή την πολιτική έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος αντιμετωπίζει την Υγεία με όρους αγοράς και όχι κοινωνικής ανάγκης. Αντί για λογοδοσία σχετικά με τη ραγδαία αύξηση των ιδιωτικών δαπανών, επιλέγει τη σύγκρουση, την επικοινωνιακή ένταση και τη χονδροειδή υπεράσπιση ενός μοντέλου που μετατρέπει τον ασθενή σε πελάτη. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος μπορεί, πληρώνει. Όποιος δεν μπορεί, περιμένει ή πεθαίνει .

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχουν ακόμη επίσημα στοιχεία για τα έτη 2024 και 2025. Όμως τα δεδομένα έως το 2023 αρκούν για να αποτυπώσουν τη στρατηγική κατεύθυνση: μετακύλιση του κόστους από το κράτος στον πολίτη, σε μια κοινωνία ήδη γονατισμένη από την ακρίβεια.

Η Υγεία, όμως, δεν είναι χρηματιστηριακό προϊόν. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό. Και η επιλογή να απαξιωθεί το δημόσιο σύστημα προς όφελος ιδιωτικών συμφερόντων δεν είναι απλώς οικονομική πολιτική. Είναι βαθιά ταξική πολιτική ,με θύματα τους πολλούς και κερδισμένους τους λίγους.


Πασχάλης Θ. Τόσιος

Καθημερινός Παρατηρητής