ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υποκλοπές: Εισαγγελική πρόταση - σταθμός για το σκάνδαλο Predator και τη δοκιμασία της Δημοκρατίας

Η δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών εισέρχεται σε μια ιστορική καμπή, καθώς η εισαγγελική πρόταση για την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων δεν συνιστά απλώς μια ακόμη δικονομική εξέλιξη. Αντίθετα, αποκτά χαρακτήρα θεσμικής τομής, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα που έχει δεχθεί το κράτος δικαίου στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Η δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών εισέρχεται σε μια ιστορική καμπή, καθώς η εισαγγελική πρόταση για την ενοχή των τεσσάρων κατηγορουμένων δεν συνιστά απλώς μια ακόμη δικονομική εξέλιξη. Αντίθετα, αποκτά χαρακτήρα θεσμικής τομής, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα που έχει δεχθεί το κράτος δικαίου στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Κατά την 34η συνεδρίαση της δίκης, ο εισαγγελέας της έδρας Δημήτρης Παυλίδης προχώρησε σε μια εκτενή και τεκμηριωμένη αγόρευση, προτείνοντας την ενοχή των Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιου και Γιάννη Λαβράνου. Σύμφωνα με την εισαγγελική εκτίμηση, από την ακροαματική διαδικασία προέκυψε σαφής διασύνδεση των κατηγορουμένων με το δίκτυο εταιρειών που φέρονται να διακίνησαν και να αξιοποίησαν το παράνομο λογισμικό παρακολούθησης Predator, με κεντρικό ρόλο εταιρικά σχήματα όπως η Intellexa και η Krikel.


Μια υπόθεση που υπερβαίνει τα όρια της ποινικής ευθύνης

Η αγόρευση του εισαγγελέα ξεχώρισε όχι μόνο για τη νομική της πληρότητα, αλλά κυρίως για τη θεσμική της βαρύτητα. Με λόγο σαφή και κατηγορηματικό, υπογράμμισε ότι η χρήση του Predator δεν αποτελεί απλώς μια παράνομη πρακτική παρακολούθησης, αλλά μια δραστηριότητα που «παραβιάζει βάναυσα την ιδιωτική ζωή και απειλεί τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος».

Η συγκεκριμένη διατύπωση μετατοπίζει τη συζήτηση από το επίπεδο μιας τυπικής ποινικής υπόθεσης σε μια ευρύτερη πολιτική και θεσμική πρόκληση. Η δυνατότητα μη θεσμοθετημένων κέντρων να αποκτούν πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα και επικοινωνίες πολιτών, δημοσιογράφων και θεσμικών παραγόντων συνιστά, σύμφωνα με την εισαγγελική εκτίμηση, ευθεία απειλή για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Παράλληλα, η επισήμανση ότι ενδεχόμενη χρήση τέτοιων εργαλείων από κρατικούς μηχανισμούς θα πρέπει να λειτουργήσει ως «σημείο αφύπνισης» αποτυπώνει το εύρος των πολιτικών και θεσμικών προεκτάσεων της υπόθεσης.


Η λειτουργία του Predator εντός ελληνικής επικράτειας

Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο συμπέρασμα ότι το Predator φαίνεται να λειτούργησε μέσω υποδομών που βρίσκονταν εντός της ελληνικής επικράτειας. Το στοιχείο αυτό ενισχύει τη σοβαρότητα της υπόθεσης και αναδεικνύει το βάθος της τεχνολογικής και επιχειρησιακής διάστασης του σκανδάλου.

Ταυτόχρονα, ο εισαγγελέας άφησε αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε αρχικά η υπόθεση, σημειώνοντας ότι τα αδικήματα θα μπορούσαν να έχουν εξαρχής χαρακτηριστεί κακουργηματικού χαρακτήρα. Η επισήμανση αυτή ενισχύει τον προβληματισμό γύρω από τις θεσμικές αντανακλάσεις της υπόθεσης και τις επιλογές που καθόρισαν την πορεία της.


Το αποδεικτικό υλικό και οι κρίσιμες μαρτυρίες

Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελέας ανέλυσε διεξοδικά τις καταθέσεις μαρτύρων και τα τεχνικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην κατάθεση πρώην εργαζομένου της Intellexa, η οποία κρίθηκε σημαντική για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του μηχανισμού παρακολουθήσεων, παρά τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν για το κατά πόσο αποκάλυψε το σύνολο της δραστηριότητας.

Καθοριστικής σημασίας κρίθηκαν και οι εκθέσεις του διεθνούς ερευνητικού οργανισμού Citizen Lab. Ο εισαγγελέας υπερασπίστηκε με έμφαση την αξιοπιστία του οργανισμού, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έναν από τους πλέον καταξιωμένους φορείς διεθνώς στον εντοπισμό κατασκοπευτικών λογισμικών, με συμβολή που έχει αναγνωριστεί παγκοσμίως.


Σκιές από απουσίες και απροθυμία συνεργασίας

Έντονο προβληματισμό προκάλεσε και η επισήμανση της μη παρουσίας των κατηγορουμένων στις δικασίμους, γεγονός που, αν και συνιστά νόμιμο δικαίωμα, δεν παύει να δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη στάση τους απέναντι στη δικαστική διαδικασία.

Παράλληλα, ο εισαγγελέας αναφέρθηκε στην απροθυμία πολλών προσώπων που φέρονται ως στόχοι των παρακολουθήσεων να παραδώσουν τις συσκευές τους για τεχνικό έλεγχο, γεγονός που δυσχέρανε την πλήρη αποτύπωση της έκτασης του σκανδάλου.


Τα αδικήματα και οι πιθανές κυρώσεις

Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σειρά πλημμεληματικών πράξεων, μεταξύ των οποίων:

  • Παράνομη επέμβαση σε συστήματα προσωπικών δεδομένων

  • Παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικών επικοινωνιών

  • Παράνομη πρόσβαση σε πληροφοριακά συστήματα

  • Τέλεση των πράξεων κατ’ εξακολούθηση και κατ’ συρροή

Εφόσον το δικαστήριο υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση, οι ποινές ενδέχεται να υπολογιστούν για κάθε ένα από τα 92 καταγεγραμμένα θύματα, με ανώτατο όριο τα οκτώ έτη φυλάκισης.


Η επόμενη φάση και το θεσμικό διακύβευμα

Η δίκη θα συνεχιστεί με τις αγορεύσεις των δικηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας και της υπεράσπισης, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση της απόφασής του. Η ετυμηγορία αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο ορόσημο όχι μόνο για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και για τη θεσμική θωράκιση της χώρας απέναντι στη χρήση τεχνολογιών παρακολούθησης.

Διότι, πέρα από τις ποινικές ευθύνες, η υπόθεση των υποκλοπών θέτει ένα βαθύτερο ερώτημα: κατά πόσο η δημοκρατία μπορεί να προστατευθεί σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μετατρέπεται σε εργαλείο ανεξέλεγκτης επιτήρησης.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί μόνο στις δικαστικές αίθουσες, αλλά και στο επίπεδο της θεσμικής ωριμότητας και της πολιτικής λογοδοσίας.



Καθημερινός Παρατηρητής