ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υποκλοπές: Η σκιά της συγκάλυψης και η δοκιμασία της Δικαιοσύνης

Η αργοπορία, οι αντιφατικές δικαστικές κινήσεις, αλλά και οι θεσμικές παρεμβάσεις που προηγήθηκαν, δημιούργησαν ένα περιβάλλον θεσμικής ασάφειας που εύλογα γεννά καχυποψία στην κοινωνία αλλά και στην πολιτική ζωή.

Η αργοπορία, οι αντιφατικές δικαστικές κινήσεις, αλλά και οι θεσμικές παρεμβάσεις που προηγήθηκαν, δημιούργησαν ένα περιβάλλον θεσμικής ασάφειας που εύλογα γεννά καχυποψία στην κοινωνία αλλά και στην πολιτική ζωή.

Η νέα εξέλιξη με την απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας να ζητήσει τον πλήρη φάκελο της παρακολούθησης του δημοσιογράφου Θανάσης Κουκάκης από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δικαστική πράξη. Είναι ένα ακόμη επεισόδιο σε μια υπόθεση που έχει ήδη τραυματίσει βαθιά το κράτος δικαίου και έχει δημιουργήσει σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική Δικαιοσύνη διαχειρίστηκε μέχρι σήμερα το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Διότι, όσο περνά ο χρόνος, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η υπόθεση αυτή δεν αντιμετωπίστηκε εξαρχής με την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα ζήτημα τόσο κρίσιμο για τη δημοκρατία.

Η αργοπορία, οι αντιφατικές δικαστικές κινήσεις, αλλά και οι θεσμικές παρεμβάσεις που προηγήθηκαν, δημιούργησαν ένα περιβάλλον θεσμικής ασάφειας που εύλογα γεννά καχυποψία στην κοινωνία αλλά και στην πολιτική ζωή.

Δεν είναι τυχαίο ότι το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής μιλά πλέον ανοιχτά για ένα σκάνδαλο που επιχειρήθηκε να συγκαλυφθεί. Και η καχυποψία αυτή δεν γεννήθηκε στο κενό.

Υπενθυμίζεται ότι μετά την προσφυγή του προέδρου του κόμματος Νίκου Ανδρουλάκη, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την τροπολογία του 2021 με την οποία αφαιρέθηκε από τους πολίτες το δικαίωμα να ενημερώνονται εκ των υστέρων ότι τέθηκαν υπό παρακολούθηση. Μια τροπολογία που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και η οποία, κατά κοινή εκτίμηση πολλών συνταγματολόγων, άνοιξε τον δρόμο για μια θεσμική σκοτεινή ζώνη.

Παρά την απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, οι αρμόδιες αρχές δεν έσπευσαν να αποκαταστήσουν την πλήρη διαφάνεια. Αντίθετα, η υπόθεση έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα βυθισμένη σε μια θολή διαδικασία θεσμικών ερμηνειών, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.

Η σημερινή παρέμβαση του Συμβουλίου της Επικρατείας αποκτά έτσι ιδιαίτερη βαρύτητα. Το δικαστήριο ζητά όχι μόνο τον πλήρη υπηρεσιακό φάκελο της παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη, αλλά και κάθε σχετικό στοιχείο, ακόμη και στην περίπτωση που η υπηρεσία επικαλεστεί καταστροφή του φακέλου. Με άλλα λόγια, το ανώτατο δικαστήριο φαίνεται να υπενθυμίζει ότι καμία κρατική υπηρεσία δεν μπορεί να λειτουργεί εκτός λογοδοσίας.

Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει βαρύ και αναπάντητο: γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο;

Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλώς διαδικαστική. Είναι βαθιά πολιτική. Γιατί στο μεταξύ η υπόθεση των υποκλοπών έχει ήδη στιγματίσει τη δημόσια ζωή και έχει προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία των θεσμών.

Και όσο οι απαντήσεις καθυστερούν, τόσο ενισχύεται η πεποίθηση ότι πρόκειται για μια ιστορία που το πολιτικό σύστημα και ιδιαίτερα το καθεστώς Μητσοτάκη , θα προτιμούσε να ξεχαστεί.

Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μια απλή πολιτική αντιπαράθεση. Είναι μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους. Όταν δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσια πρόσωπα τίθενται υπό παρακολούθηση, το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό ή νομικό. Γίνεται βαθιά πολιτικό και θεσμικό.

Η Δικαιοσύνη, σε αυτή την περίπτωση, δεν καλείται απλώς να αποφανθεί για μια διοικητική πράξη. Καλείται να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς.

Και αυτή η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με αργές διαδικασίες, σιωπές και θεσμικές υπεκφυγές.

Αποκαθίσταται μόνο με πλήρη διαφάνεια και χωρίς καμία σκιά συγκάλυψης.

Διαφορετικά, η ιστορία των υποκλοπών θα μείνει καταγεγραμμένη όχι μόνο ως ένα από τα σοβαρότερα πολιτικά σκάνδαλα της μεταπολίτευσης, αλλά και ως μια υπόθεση που δοκίμασε  ίσως όσο καμία άλλη την αντοχή της ίδιας της ελληνικής δημοκρατίας.



Για τον «Καθημερινό Παρατηρητή»