«Χρυσός» ο μπακαλιάρος: Όταν η παράδοση γίνεται πολυτέλεια
Η 25η Μαρτίου πλησιάζει και μαζί της ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα ελληνικά έθιμα: ο μπακαλιάρος με σκορδαλιά. Μόνο που φέτος, το παραδοσιακό αυτό τραπέζι δεν στρώνεται με την ίδια ευκολία. Οι τιμές έχουν πάρει την ανηφόρα και για πολλές οικογένειες, η γιορτή μοιάζει να περνά… μέσα από το ταμείο.
Η 25η Μαρτίου πλησιάζει και μαζί της ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα ελληνικά έθιμα: ο μπακαλιάρος με σκορδαλιά. Μόνο που φέτος, το παραδοσιακό αυτό τραπέζι δεν στρώνεται με την ίδια ευκολία. Οι τιμές έχουν πάρει την ανηφόρα και για πολλές οικογένειες, η γιορτή μοιάζει να περνά… μέσα από το ταμείο.
Στη αγορά , η εικόνα είναι αποκαλυπτική: ο μπακαλιάρος έχει μετατραπεί σε είδος… υψηλής αξίας. Το φιλέτο αγγίζει ακόμη και τα 27 ευρώ το κιλό, ενώ ο υγράλατος με κόκκαλο κινείται κοντά στα 22 ευρώ. Ακόμη και πιο «λαϊκές» επιλογές, όπως το λινγκ ή ο κατεψυγμένος μπακαλιάρος, παραμένουν σε επίπεδα που κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Κι όμως, το έθιμο αντέχει. Οι πολίτες δεν το εγκαταλείπουν — το προσαρμόζουν. Λιγότερες ποσότητες, πιο οικονομικές επιλογές, «εκπτώσεις» σε άλλα έξοδα. Μια σιωπηλή διαπραγμάτευση με την καθημερινότητα, ώστε να διατηρηθεί έστω και συμβολικά η παράδοση.
Αυτό όμως είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Όταν ένα τραπέζι που κάποτε ένωνε όλες τις κοινωνικές τάξεις αρχίζει να γίνεται επιλεκτικό, τότε το πρόβλημα ξεπερνά την ακρίβεια. Αγγίζει τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό.
Γιατί ο μπακαλιάρος της 25ης Μαρτίου δεν είναι απλώς ένα φαγητό. Είναι μνήμη, είναι ταυτότητα, είναι κοινή εμπειρία. Και όταν αυτή η εμπειρία κοστολογείται ολοένα και πιο ακριβά, τότε η απώλεια δεν μετριέται μόνο σε ευρώ , μετριέται σε κάτι βαθύτερο.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει φέτος ο μπακαλιάρος.
Είναι πόσο ακόμη αντέχει η κοινωνία να πληρώνει για να κρατήσει ζωντανά όσα κάποτε θεωρούσε αυτονόητα.

