Ανεργία στην Ελλάδα: Δύο διαφορετικές πραγματικότητες από ΕΛΣΤΑΤ και ΔΥΠΑ προκαλούν ερωτήματα αξιοπιστίας
Απόκλιση – σοκ 285.320 ανέργων τον Απρίλιο 2026 • Η μία υπηρεσία «βλέπει» μείωση 123.616 ανέργων και η άλλη αύξηση • Στο επίκεντρο η αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων και η πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας
Απόκλιση – σοκ 285.320 ανέργων τον Απρίλιο 2026 • Η μία υπηρεσία «βλέπει» μείωση 123.616 ανέργων και η άλλη αύξηση • Στο επίκεντρο η αξιοπιστία των επίσημων στοιχείων και η πραγματική εικόνα της αγοράς εργασίας
Μια ακόμη σοβαρή αντίφαση στα επίσημα στοιχεία για την ανεργία έρχεται να προκαλέσει έντονο προβληματισμό για το πώς αποτυπώνεται τελικά η πραγματική κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας. Τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν για τον Απρίλιο 2026 από την ΕΛΣΤΑΤ και τη ΔΥΠΑ όχι μόνο δεν συγκλίνουν, αλλά παρουσιάζουν μια εικόνα σχεδόν παράλληλων πραγματικοτήτων.
Η διαφορά μεταξύ των δύο φορέων φτάνει τους 285.320 ανθρώπους, ενώ ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πλήρης αντίθεση στην πορεία της ανεργίας από τον Μάρτιο στον Απρίλιο.
Η υπόθεση προκαλεί ήδη πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς η εικόνα της αγοράς εργασίας αποτελεί βασικό πεδίο κυβερνητικής επιχειρηματολογίας περί «ανάπτυξης» και «βελτίωσης της οικονομίας».
Τα στοιχεία που προκαλούν ερωτήματα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι άνεργοι στην Ελλάδα τον Απρίλιο 2026 ανήλθαν σε 452.305 άτομα, με το ποσοστό ανεργίας να διαμορφώνεται στο 9,5%.
Την ίδια στιγμή, όμως, η ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ) ανακοίνωσε ότι οι εγγεγραμμένοι άνεργοι για τον ίδιο μήνα ήταν 737.625 άτομα.
Η απόκλιση των δύο καταγραφών αγγίζει τις 285.320 περιπτώσεις, αριθμός που αντιστοιχεί σε πληθυσμό μεγαλύτερο από πολλές ελληνικές πόλεις.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με τον αμέσως προηγούμενο μήνα.
Η μεγάλη αντίφαση
Για τον Μάρτιο 2026:
- Η ΔΥΠΑ είχε καταγράψει 861.241 εγγεγραμμένους ανέργους
- Τον Απρίλιο κατέγραψε 737.625
- Δηλαδή εμφάνισε μείωση κατά 123.616 άτομα
Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται συνδικαλιστικοί και επιστημονικοί φορείς από τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ:
- Η ανεργία όχι μόνο δεν μειώθηκε,
- αλλά εμφανίζεται να αυξάνεται κατά 16.248 άτομα
Με απλά λόγια:
- Η μία κρατική υπηρεσία παρουσιάζει θεαματική αποκλιμάκωση της ανεργίας.
- Η άλλη εμφανίζει επιδείνωση.
Και οι δύο μιλούν για την ίδια χώρα και τον ίδιο μήνα.
Πού οφείλεται η διαφορά
Η επίσημη εξήγηση είναι γνωστή εδώ και χρόνια, ωστόσο πλέον φαίνεται πως αδυνατεί να πείσει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας.
Η ΕΛΣΤΑΤ βασίζεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, δηλαδή σε δειγματοληπτική έρευνα νοικοκυριών σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα της Eurostat.
Αντίθετα, η ΔΥΠΑ καταγράφει όσους είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανεργίας, είτε λαμβάνουν επίδομα είτε όχι.
Όμως η τεχνική αυτή εξήγηση δεν απαντά στο βασικό πολιτικό και κοινωνικό ερώτημα:
Ποια είναι τελικά η πραγματική εικόνα της εργασίας στην Ελλάδα;
Γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν άνθρωποι που:
- εργάζονται περιστασιακά λίγες ώρες,
- κάνουν εποχική εργασία,
- βρίσκονται σε καθεστώς ημιαπασχόλησης,
- αμείβονται με εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς,
- ή παραμένουν εγκλωβισμένοι σε προγράμματα προσωρινής απασχόλησης.
Η «μαγική εικόνα» της αγοράς εργασίας
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση επιχειρεί συστηματικά να παρουσιάσει τη μείωση της ανεργίας ως απόδειξη επιτυχίας της οικονομικής πολιτικής της.
Ωστόσο, οικονομικοί αναλυτές και συνδικαλιστικοί φορείς επισημαίνουν ότι μεγάλο μέρος της «βελτίωσης» προέρχεται από:
- την εκρηκτική αύξηση της ευέλικτης εργασίας,
- τις εποχικές προσλήψεις τουρισμού,
- την υποαπασχόληση,
- τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου,
- αλλά και τη σταδιακή έξοδο εργαζομένων από την ενεργή αναζήτηση εργασίας.
Παράλληλα, χιλιάδες πολίτες παραμένουν εγγεγραμμένοι στη ΔΥΠΑ επειδή εξακολουθούν να μην έχουν σταθερή και βιώσιμη εργασία, ακόμη κι αν η στατιστική μεθοδολογία της ΕΛΣΤΑΤ δεν τους καταγράφει ως «ανέργους».
Ένα ζήτημα αξιοπιστίας του κράτους
Το ζήτημα πλέον δεν είναι απλώς στατιστικό.
Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό.
Όταν δύο επίσημοι κρατικοί φορείς παρουσιάζουν τόσο διαφορετικές εικόνες για ένα από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, τότε δημιουργείται εύλογα κρίση εμπιστοσύνης.
Η κοινωνία αδυνατεί να καταλάβει:
- ποια στοιχεία είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα,
- ποιο είναι το πραγματικό μέγεθος της ανεργίας,
- και κυρίως αν η εικόνα που παρουσιάζεται αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα των πολιτών.
Γιατί την ώρα που οι δείκτες «βελτιώνονται», η αγορά συνεχίζει να χαρακτηρίζεται από:
- χαμηλούς μισθούς,
- εργασιακή ανασφάλεια,
- ακριβή στέγη,
- αδυναμία αποταμίευσης,
- και νέους εργαζόμενους που δυσκολεύονται να επιβιώσουν ακόμη κι όταν εργάζονται.
Το μεγάλο ερώτημα
Η υπόθεση των στοιχείων ανεργίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μπορεί μια κυβέρνηση να πανηγυρίζει για την πτώση της ανεργίας όταν οι ίδιοι οι κρατικοί μηχανισμοί παρουσιάζουν τόσο αντικρουόμενα δεδομένα;
Και ακόμη περισσότερο:
Πόσο ουσιαστική είναι η «μείωση της ανεργίας» όταν η κοινωνία βιώνει ολοένα μεγαλύτερη εργασιακή επισφάλεια;
Η πραγματική οικονομία, άλλωστε, δεν μετριέται μόνο με ποσοστά.
Μετριέται από το αν ένας εργαζόμενος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από τη δουλειά του.
Και σε αυτό το πεδίο, τα στοιχεία της καθημερινότητας παραμένουν πολύ πιο σκληρά από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής