Αυστηρό πειθαρχικό: μεταρρύθμιση ευθύνης ή πειθαρχία χωρίς δικαιοσύνη;
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τίθεται σε ισχύ το νέο πειθαρχικό δίκαιο για τους δημοσίους υπαλλήλους, σηματοδοτώντας μια βαθιά τομή στον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται την ευθύνη, την απόδοση και τη συμμόρφωση στο εσωτερικό του. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, που αξίζει να κριθεί όχι μόνο με νομικούς όρους αλλά κυρίως με όρους δημοκρατίας και λειτουργικότητας.
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τίθεται σε ισχύ το νέο πειθαρχικό δίκαιο για τους δημοσίους υπαλλήλους, σηματοδοτώντας μια βαθιά τομή στον τρόπο με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται την ευθύνη, την απόδοση και τη συμμόρφωση στο εσωτερικό του. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση με έντονο πολιτικό αποτύπωμα, που αξίζει να κριθεί όχι μόνο με νομικούς όρους αλλά κυρίως με όρους δημοκρατίας και λειτουργικότητας.
Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, που συχνά αποσιωπώνται. Το Δημόσιο δεν υπονομεύεται μόνο από διαχρονικές παθογένειες, όπως η γραφειοκρατία, η υποστελέχωση και οι πελατειακές παρεμβάσεις. Υπάρχει, πράγματι, και ένα υπαρκτό τμήμα ανεπαρκών ή αδιάφορων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, επιβαρύνουν τους συναδέλφους τους και απαξιώνουν την εξυπηρέτηση του πολίτη. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί ούτε να αγνοείται ούτε να συγκαλύπτεται στο όνομα μιας αόριστης συλλογικής άμυνας.
Ακριβώς γι’ αυτό, η αξιολόγηση όχι μόνο δεν είναι προβληματική, αλλά αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για ένα Δημόσιο που θέλει να λειτουργεί σοβαρά. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα υπάρχει αξιολόγηση, αλλά πώς, από ποιον και με ποιες εγγυήσεις. Σε ένα κράτος με βαριά ιστορία κομματικών εξαρτήσεων, η αξιολόγηση που ασκείται από την ίδια την πολιτική διοίκηση κινδυνεύει να μετατραπεί από εργαλείο βελτίωσης σε μηχανισμό πειθάρχησης.
Οι πραγματικά ανεπαρκείς δεν είναι πάντα εκείνοι που συγκρούονται με το σύστημα. Συχνά είναι εκείνοι που προσαρμόζονται άριστα στη μετριότητα, που δεν ενοχλούν, δεν εκτίθενται και δεν διεκδικούν. Αντίθετα, οι πιο δραστήριοι, οι πιο απαιτητικοί και όσοι ζητούν διαφάνεια και κανόνες, είναι συχνά αυτοί που στοχοποιούνται ως «δύσκολοι». Ένα πειθαρχικό πλαίσιο που δεν αναγνωρίζει αυτή τη διάκριση, κινδυνεύει να τιμωρεί τη στάση και όχι την ανεπάρκεια.
Γι’ αυτό και μια πραγματική μεταρρύθμιση όφειλε να θεμελιώνεται στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα αξιολόγησης, αποκομμένου από υπουργικά γραφεία, δημαρχιακές εξαρτήσεις και κομματικές γραμμές. Έναν φορέα με αντικειμενικά, μετρήσιμα και ελέγξιμα κριτήρια απόδοσης, με διαφάνεια στις αποφάσεις και με σαφείς συνέπειες για όσους συστηματικά δεν ανταποκρίνονται στα καθήκοντά τους.
Το νέο πειθαρχικό δίκαιο, ωστόσο, δεν πείθει ότι κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Η αυστηροποίηση των ποινών και η διεύρυνση των πειθαρχικών παραπτωμάτων δίνουν έμφαση περισσότερο στη συμμόρφωση παρά στη βελτίωση. Η άρνηση συμμετοχής σε διαδικασίες αξιολόγησης ,οι οποίες συχνά στερούνται αξιοπιστίας, μετατρέπεται σε βαρύ πειθαρχικό αδίκημα, ενώ η χρόνια χαμηλή απόδοση παραμένει δυσδιάκριτη μέσα σε γενικόλογες ρυθμίσεις.
Έτσι, αντί να στοχεύσει στη ρίζα της αναποτελεσματικότητας, το κράτος επιλέγει τον γνώριμο δρόμο: αυστηρούς κανόνες προς τα κάτω και ασαφή όρια προς τα πάνω. Χωρίς ανεξαρτησία, χωρίς θεσμικές εγγυήσεις, χωρίς πραγματική αξιοκρατία.
Αν το ζητούμενο είναι ένα Δημόσιο που να υπηρετεί την κοινωνία και όχι τον φόβο, τότε η λύση δεν βρίσκεται ούτε στη συλλογική ασυλία ούτε στη γενικευμένη τιμωρία. Βρίσκεται στη δίκαιη, αυστηρή και ανεξάρτητη αξιολόγηση των ανεπαρκών, με ταυτόχρονη προστασία των συνεπών και εργατικών υπαλλήλων.
Διαφορετικά, το νέο πειθαρχικό δεν θα αποτελέσει μεταρρύθμιση ευθύνης.
Θα μείνει απλώς ένα ακόμη εργαλείο πειθαρχημένης σιωπής.
