«Δολοφονία 68χρονου στις Σέρρες: Η Αστυνομία ψάχνει το κρίσιμο ίχνος – Τα 7 ερωτήματα που ακόμη δεν έχουν απάντηση».
DNA, αποτυπώματα, κάμερες και τηλεφωνικές επικοινωνίες στο μικροσκόπιο της Ασφάλειας – Το αναστατωμένο διαμέρισμα δύο ημέρες πριν από τον θάνατο, το άφαντο φονικό αντικείμενο και τα κρίσιμα ερωτήματα που εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις
DNA, αποτυπώματα, κάμερες και τηλεφωνικές επικοινωνίες στο μικροσκόπιο της Ασφάλειας – Το αναστατωμένο διαμέρισμα δύο ημέρες πριν από τον θάνατο, το άφαντο φονικό αντικείμενο και τα κρίσιμα ερωτήματα που εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις
Η δολοφονία του 68χρονου μέσα στο διαμέρισμά του στις Σέρρες παραμένει ένα δύσκολο αστυνομικό παζλ. Οι ημέρες περνούν, τα στοιχεία συγκεντρώνονται, οι καταθέσεις αξιολογούνται, όμως μέχρι το πρωί της Παρασκευής 7 Αυγούστου δεν έχει ανακοινωθεί σύλληψη ούτε επίσημη εξιχνίαση.
Υπάρχει πλέον μία βεβαιότητα: ο 68χρονος δεν πέθανε από φυσικά αίτια. Δέχθηκε βίαια χτυπήματα με θλων αντικείμενο στην κοιλιακή χώρα και υπέκυψε από τις σοβαρές εσωτερικές κακώσεις και την αιμορραγία που αυτά προκάλεσαν.
Από τη στιγμή, όμως, που η ιατροδικαστική εξέταση αποκάλυψε την ανθρωποκτονία, άρχισε μια δεύτερη και πολύ δυσκολότερη έρευνα: αυτή που πρέπει να απαντήσει στο ποιος, πότε και γιατί.
Και όσο οι απαντήσεις δεν έρχονται, το ίδιο το διαμέρισμα φαίνεται να αποτελεί τον σημαντικότερο «μάρτυρα» της υπόθεσης.
Ξανά και ξανά μέσα στη σκηνή του εγκλήματος
Η πολύωρη επανεξέταση του σπιτιού από τη Σήμανση δείχνει τη βαρύτητα που αποδίδουν οι αστυνομικοί στα ίχνη που μπορεί να έχουν παραμείνει στον χώρο.
Για περίπου τεσσερισήμισι ώρες, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες πληροφορίες, εξετάστηκαν εκ νέου σημεία της κατοικίας και περισυνελέγησαν αντικείμενα προς εργαστηριακό έλεγχο.
Αποτυπώματα, DNA, ίχνη αίματος, πόμολα, επιφάνειες, αντικείμενα που ενδέχεται να μετακινήθηκαν. Σε μια τέτοια έρευνα, ακόμη και μια λεπτομέρεια που με γυμνό μάτι μοιάζει ασήμαντη μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία όταν συνδυαστεί με τα υπόλοιπα δεδομένα.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν μέσα σε αυτό το υλικό υπάρχει ίχνος τρίτου προσώπου που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από μια συνηθισμένη παρουσία στο σπίτι.
Και ακόμη περισσότερο: πού ακριβώς βρέθηκε αυτό το ίχνος, εφόσον υπάρχει;
Άλλο βάρος έχει ένα αποτύπωμα σε ένα κοινόχρηστο αντικείμενο και εντελώς διαφορετικό ένα γενετικό ίχνος σε σημείο που συνδέεται άμεσα με την επίθεση, την είσοδο στο σπίτι ή την αναστάτωση του χώρου.
Οι τελευταίες ώρες του 68χρονου είναι το κλειδί
Παράλληλα με την εγκληματολογική έρευνα, οι αστυνομικοί επιχειρούν να ξαναχτίσουν, ώρα προς ώρα, τις τελευταίες ημέρες και κυρίως τις τελευταίες ώρες της ζωής του θύματος.
Ποιος τον είδε τελευταίος;
Με ποιον μίλησε;
Ποιος τηλεφώνησε και ποιος δέχθηκε τηλεφώνημά του;
Υπήρξε κάποια επίσκεψη στο διαμέρισμα;
Υπάρχει κάμερα στην περιοχή που κατέγραψε ένα πρόσωπο ή ένα όχημα σε ώρα που μπορεί να ενδιαφέρει τις Αρχές;
Το ψηφιακό αποτύπωμα του 68χρονου μπορεί να αποδειχθεί εξίσου σημαντικό με τα αποτυπώματα μέσα στο σπίτι. Οι τηλεφωνικές επικοινωνίες και ενδεχόμενο διαθέσιμο βιντεοληπτικό υλικό μπορούν να περιορίσουν δραστικά το χρονικό παράθυρο μέσα στο οποίο έγινε η επίθεση.
Και εδώ εντοπίζεται μία από τις βασικότερες εκκρεμότητες: δεν έχει δημοσιοποιηθεί με ακρίβεια η εκτιμώμενη ώρα θανάτου.
Χωρίς αυτήν, ένα μεγάλο κομμάτι του χρονικού εξακολουθεί να παραμένει σκοτεινό.
«Τον βρήκα νεκρό στον καναπέ»
Ο γιος του 68χρονου έχει περιγράψει δημόσια τη στιγμή που αντίκρισε τον πατέρα του νεκρό.
Το Σάββατο 1 Αυγούστου πήγε, όπως έχει αναφέρει, στο σπίτι του προκειμένου να φάνε μαζί. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα τον βρήκε ξαπλωμένο στον καναπέ και ειδοποίησε την Αστυνομία και το ΕΚΑΒ.
Η αρχική εικόνα δεν αποκάλυψε αμέσως τι είχε συμβεί.
Αυτό είναι ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τα χτυπήματα είχαν προκαλέσει κυρίως εσωτερικές κακώσεις και αιμορραγία, με αποτέλεσμα η πραγματική αιτία θανάτου να γίνει σαφής μόνο μετά τη νεκροψία–νεκροτομή.
Ένας θάνατος που αρχικά δεν «φωνάζει» έγκλημα μετατρέπεται μέσα σε λίγες ώρες σε υπόθεση ανθρωποκτονίας.
Από εκείνη τη στιγμή, κάθε αντικείμενο στο σπίτι, κάθε κίνηση και κάθε προηγούμενο περιστατικό αποκτά διαφορετική σημασία.
Η «διάρρηξη» που περιπλέκει ολόκληρη την υπόθεση
Και εδώ εμφανίζεται ίσως το πιο παράξενο κομμάτι του παζλ.
Σύμφωνα με όσα έχει δηλώσει ο γιος του θύματος, δύο ημέρες πριν από τον εντοπισμό της σορού, την Πέμπτη 30 Ιουλίου, το διαμέρισμα ήταν ήδη αναστατωμένο.
Ο 68χρονος φέρεται να είχε πει ότι είχε βγει για βόλτα και επιστρέφοντας διαπίστωσε πως κάποιος είχε εισέλθει στο σπίτι. Έχουν γίνει αναφορές για ανοιγμένα ή βγαλμένα συρτάρια και για ξηλωμένο κάγκελο παραθύρου.
Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Όχι, όμως, επειδή αποδεικνύει ότι η διάρρηξη και η δολοφονία συνδέονται.
Ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν συνδέονται.
Και αυτό είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.
Μία διάρρηξη ή η πρώτη πράξη του εγκλήματος;
Υπάρχουν αρκετές πιθανότητες που οι Αρχές οφείλουν να εξετάσουν, χωρίς καμία να μπορεί ακόμη να θεωρηθεί δεδομένη.
Η φερόμενη διάρρηξη μπορεί να ήταν ένα εντελώς ανεξάρτητο περιστατικό.
Μπορεί, αντίθετα, να συνδέεται με κάποιο πρόσωπο που αναζητούσε κάτι συγκεκριμένο και επέστρεψε.
Μπορεί η κατάσταση του σπιτιού να σχετίζεται άμεσα με όσα ακολούθησαν.
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη ενδεχόμενο το οποίο οφείλει να διερευνηθεί: εάν η εικόνα της αναστάτωσης μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση μιας ληστείας και να στρέψει την έρευνα προς λάθος κατεύθυνση.
Δεν είναι συμπεράσματα. Είναι τα αυτονόητα ερωτήματα μιας σοβαρής αστυνομικής έρευνας.
Και υπάρχει ένα ακόμη, εξαιρετικά συγκεκριμένο:Καταγγέλθηκε ποτέ επίσημα η διάρρηξη;
Εάν η Αστυνομία είχε ενημερωθεί πριν από τον θάνατο, τότε ενδέχεται να υπάρχει καταγραφή της κατάστασης του διαμερίσματος πριν αυτό μετατραπεί σε σκηνή ανθρωποκτονίας.
Μια τέτοια καταγραφή θα ήταν ανεκτίμητη.
Θα μπορούσε να δείξει ποια συρτάρια ήταν ήδη ανοιγμένα, ποιο σημείο είχε παραβιαστεί, τι έλειπε και τι άλλαξε στη συνέχεια.
Εάν, αντίθετα, δεν είχε προηγηθεί καταγγελία, οι αστυνομικοί καλούνται σήμερα να ξεχωρίσουν μέσα σε έναν ενιαίο χώρο τα ίχνη δύο πιθανώς διαφορετικών γεγονότων.
Και αυτό κάνει την εξίσωση σαφώς δυσκολότερη.
Έλειπε κάτι από το σπίτι;
Το κίνητρο παραμένει επίσης άγνωστο.
Αν η υπόθεση συνδέεται με ληστεία, το αυτονόητο ερώτημα είναι τι αφαιρέθηκε.
Χρήματα;
Κοσμήματα;
Έγγραφα;
Κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο;
Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί σαφής απάντηση.
Και αυτό έχει σημασία. Γιατί άλλο είναι ένας δράστης που εισέρχεται τυχαία σε ένα σπίτι αναζητώντας χρήματα και άλλο ένας άνθρωπος που γνωρίζει ακριβώς τι ψάχνει και πού θα το βρει.
Η εικόνα του αναστατωμένου διαμερίσματος από μόνη της δεν αρκεί για να απαντήσει.
Και το φονικό αντικείμενο πού βρίσκεται;
Η ιατροδικαστική εξέταση παραπέμπει σε βαρύ θλων αντικείμενο, με τις δημοσιευμένες πληροφορίες να κάνουν λόγο για σφυρί, ματσόλα ή παρόμοιο μέσο.
Δεν έχει ανακοινωθεί ότι το συγκεκριμένο αντικείμενο βρέθηκε.
Και η απουσία του γεννά ένα νέο σύνολο ερωτημάτων.
Υπήρχε μέσα στο σπίτι και λείπει;
Εάν ναι, ποιος γνώριζε πού βρισκόταν;
ή μήπως ο δράστης το έφερε μαζί του;
Και αν το έφερε, το πήρε φεύγοντας για να εξαφανίσει ένα κρίσιμο αποδεικτικό στοιχείο;
Η απάντηση μπορεί να αποδειχθεί σημαντική ακόμη και ως προς το αν η επίθεση ήταν αποτέλεσμα μιας ξαφνικής σύγκρουσης ή αν προηγήθηκε κάποια μορφή προετοιμασίας.
Όμως και εδώ απαιτείται προσοχή: χωρίς το όπλο του εγκλήματος και χωρίς ολοκληρωμένα εργαστηριακά δεδομένα, δεν χωρούν βεβαιότητες.
Οι οικογενειακές σχέσεις ερευνώνται – δεν καταδικάζουν κανέναν
Στη δημόσια συζήτηση έχουν μπει και οι παλαιότερες προστριβές ανάμεσα στον 68χρονο και τον γιο του, καθώς έχει γίνει γνωστό ότι κατά το παρελθόν υπήρξαν ακόμη και δικαστικές διαφορές.
Ο γιος υποστηρίζει ότι οι σχέσεις τους είχαν αποκατασταθεί και ότι το τελευταίο διάστημα φρόντιζε τον πατέρα του.
Είναι απολύτως λογικό και αναμενόμενο η Αστυνομία, σε μια ανθρωποκτονία που σημειώθηκε μέσα σε κατοικία, να εξετάζει εξονυχιστικά το οικογενειακό, κοινωνικό και προσωπικό περιβάλλον του θύματος.
Αυτό όμως πρέπει να ειπωθεί με απόλυτη σαφήνεια:
η λήψη μιας κατάθεσης, η διερεύνηση μιας παλαιότερης διαφοράς ή η εξέταση ενός συγγενικού προσώπου δεν αποτελούν κατηγορία και πολύ περισσότερο απόδειξη ενοχής.
Μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί επισήμως κατηγορία σε βάρος του γιου ή οποιουδήποτε άλλου συγκεκριμένου προσώπου.
Η δημοσιογραφική έρευνα οφείλει να εξετάζει τα γεγονότα. Όχι να δημιουργεί ενόχους πριν από τις Αρχές και τη Δικαιοσύνη.
Τα επτά ερωτήματα που μπορούν να ξεκλειδώσουν την υπόθεση
Αν αφαιρεθούν οι φήμες και οι εικασίες, ο πυρήνας της δολοφονίας του 68χρονου συνοψίζεται σήμερα σε επτά καθαρά ερωτήματα:
Πρώτον: Πότε ακριβώς δέχθηκε τα θανατηφόρα χτυπήματα;
Δεύτερον: Ποιος είναι ο τελευταίος άνθρωπος που αποδεδειγμένα τον είδε ή επικοινώνησε μαζί του ζωντανό;
Τρίτον: Υπήρξε πράγματι διάρρηξη πριν από τη δολοφονία και, εάν ναι, καταγγέλθηκε στην Αστυνομία;
Τέταρτον: Έλειπαν χρήματα, έγγραφα ή αντικείμενα από την κατοικία;
Πέμπτον: Υπάρχει διαφορετικό ίχνος παραβίασης που να αντιστοιχεί χρονικά στην ημέρα της δολοφονίας;
Έκτον: Τι θα δείξουν τα αποτυπώματα και το DNA που συλλέχθηκαν από το διαμέρισμα;
Έβδομον: Πού βρίσκεται το αντικείμενο που προκάλεσε τα θανατηφόρα τραύματα;
Η απάντηση ακόμη και σε ένα από αυτά μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την εικόνα.
Το σπίτι ίσως γνωρίζει ήδη την απάντηση
Στις περισσότερες μεγάλες αστυνομικές υποθέσεις δεν υπάρχει μία θεαματική αποκάλυψη που λύνει τα πάντα μέσα σε μια στιγμή.
Υπάρχουν μικρά κομμάτια.
Ένα αποτύπωμα.
Μια κλήση.
Ένα ίχνος DNA.
Ένα αντικείμενο που βρίσκεται εκεί όπου δεν θα έπρεπε.
Μία κάμερα που κατέγραψε κάποιον για λίγα μόνο δευτερόλεπτα.
Μία ώρα που δεν ταιριάζει με την υπόλοιπη αφήγηση.
Και όταν αυτά τα κομμάτια τοποθετηθούν στη σωστή σειρά, το παζλ παύει να είναι μυστήριο.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το διαμέρισμα του 68χρονου βρίσκεται στο κέντρο όλων: εκεί αναφέρθηκε η προηγούμενη διάρρηξη, εκεί σημειώθηκε ή κατέληξε η θανατηφόρα επίθεση και εκεί βρέθηκε τελικά το θύμα.
Το σπίτι μπορεί να έχει ήδη δώσει στην Αστυνομία τα στοιχεία που χρειάζεται. Το ζητούμενο είναι να αποκωδικοποιηθούν και να συνδεθούν μεταξύ τους.
Μέχρι τότε, η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.
Και ο ρόλος της δημοσιογραφίας είναι ακριβώς αυτός: να επιμένει στα δύσκολα ερωτήματα, να αναζητά τα πραγματικά δεδομένα και να αντιστέκεται στον πειρασμό της εύκολης απάντησης.
