Η δίκη αρχίζει, αλλά οι σκιές παραμένουν
Η υπόθεση της δολοφονίας του Άγγελου περνά στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, αλλά τα ερωτήματα που άφησε πίσω της η πολύμηνη έρευνα εξακολουθούν να ζητούν πειστικές απαντήσεις.
Η υπόθεση της δολοφονίας του Άγγελου περνά στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, αλλά τα ερωτήματα που άφησε πίσω της η πολύμηνη έρευνα εξακολουθούν να ζητούν πειστικές απαντήσεις.
Έξι μήνες μετά τη δολοφονία του Άγγελου, η υπόθεση οδηγείται στο ακροατήριο. Όμως, μαζί με τη δικογραφία, στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο μεταφέρονται και τα ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα.
Σε λίγες ημέρες, η υπόθεση που συγκλόνισε τις Σέρρες και προκάλεσε πανελλήνιο σοκ θα περάσει από το στάδιο της έρευνας στην αίθουσα του δικαστηρίου. Εκεί όπου, θεωρητικά, αναζητείται η πλήρης αλήθεια και αποδίδεται δικαιοσύνη.
Μόνο που η υπόθεση του Άγγελου φτάνει στην ακροαματική διαδικασία με ένα βαρύ φορτίο. Όχι μόνο λόγω της ανείπωτης τραγωδίας ενός παιδιού που δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί, αλλά και επειδή έξι μήνες μετά εξακολουθούν να υπάρχουν κενά, αντιφάσεις και εύλογα ερωτήματα που ουδέποτε απαντήθηκαν με τρόπο που να πείθει.
Διότι η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται. Οφείλει και να πείθει.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία.
Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί με βεβαιότητα ότι φωτίστηκαν όλες οι πτυχές της υπόθεσης; Ότι εξαντλήθηκαν όλα τα περιθώρια έρευνας; Ότι δεν έμεινε ούτε μία απορία που να χρήζει περαιτέρω διερεύνησης;
Πώς συνδέονται όλα τα ιατροδικαστικά ευρήματα με το επίσημο σκηνικό θανάτου που τελικά υιοθετήθηκε; Δόθηκαν ποτέ δημόσια πειστικές εξηγήσεις που να κλείνουν οριστικά τη συζήτηση; ή μήπως κρίθηκε ότι η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή στο ακροατήριο αρκούσε, αφήνοντας την πλήρη διαλεύκανση να αναζητηθεί μέσα στη δικαστική αίθουσα;
Και αν πράγματι συμβαίνει αυτό, τότε γεννάται ένα ακόμη πιο σοβαρό ερώτημα.
Ποιος είναι ο ρόλος της προανακριτικής και της ανακριτικής διαδικασίας; Να φωτίζουν κάθε πτυχή μιας υπόθεσης πριν αυτή οδηγηθεί στη δίκη ή να μεταφέρουν στο ακροατήριο ερωτήματα που οι ίδιες δεν κατάφεραν να απαντήσουν;
Για άλλη μία φορά, οι εισαγγελικές και οι αστυνομικές αρχές βρίσκονται αντιμέτωπες με το ίδιο διαχρονικό πρόβλημα που συνοδεύει πολλές πολύκροτες υποθέσεις στη χώρα. Με την αίσθηση ότι η αλήθεια αναζητείται αποσπασματικά, ότι η κοινωνία καλείται να εμπιστευθεί συμπεράσματα χωρίς να έχει προηγηθεί η πλήρης άρση κάθε αμφιβολίας.
Και ακριβώς επειδή πρόκειται για τη ζωή ενός δεκαεπτάχρονου παιδιού, η κοινωνία δικαιούται να ζητά περισσότερα.
Δικαιούται να απαιτεί απαντήσεις.Δικαιούται να αναρωτιέται.
Διότι η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη δεν οικοδομείται με εκκλήσεις για σιωπή. Οικοδομείται με την πληρότητα της έρευνας, με την ποιότητα των αποδείξεων και με την αίσθηση ότι τίποτα δεν έμεινε στη σκιά.
Κανείς ασφαλώς δεν δικαιούται να προκαταλάβει την κρίση του δικαστηρίου. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε κράτους δικαίου. Όμως ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει και απαγόρευση των ερωτημάτων.
Το αντίθετο.
Τα ερωτήματα είναι εκείνα που υπηρετούν την αλήθεια.
Γιατί αν όλα έχουν απαντηθεί, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει τόσος προβληματισμός;
Αν όλα είναι ξεκάθαρα, γιατί τόσοι άνθρωποι αισθάνονται ότι λείπουν κομμάτια από το παζλ;
Αν η έρευνα ολοκληρώθηκε χωρίς εκκρεμότητες, γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν σκιές που συνοδεύουν την υπόθεση έξι μήνες μετά;
Ίσως τελικά το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο να κληθεί να κάνει κάτι περισσότερο από το να αποδώσει ποινικές ευθύνες.
Ίσως να κληθεί να αποκαταστήσει και την εμπιστοσύνη.
Γιατί στο εδώλιο δεν βρίσκεται μόνο ένας κατηγορούμενος.
Στο εδώλιο βρίσκεται και η αξιοπιστία των θεσμών.
Βρίσκεται η αποτελεσματικότητα των διωκτικών αρχών.
Βρίσκεται η επάρκεια της προανακριτικής διαδικασίας.
Βρίσκεται η δυνατότητα της Πολιτείας να πείθει ότι αναζητά την αλήθεια χωρίς εκπτώσεις, χωρίς βιασύνες και χωρίς σκιές.
Και πάνω απ' όλα, βρίσκεται η υποχρέωση απέναντι σε έναν δεκαεπτάχρονο που δεν θα βρίσκεται στην αίθουσα για να μιλήσει.
Γιατί ο Άγγελος δεν μπορεί πλέον να ζητήσει απαντήσεις.
Η κοινωνία, όμως, μπορεί.Και οφείλει.
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
