ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Η Καρυστιανού δεν είναι επιλογή είναι το αποτέλεσμα ενός εγκληματικού κράτους»

Η μάνα του αδικοχαμένου παιδιού δεν κρατάει ένα λάβαρο∙ κρατάει ένα σφραγισμένο φέρετρο. Και όμως, αντί να σκύψουμε το κεφάλι από ντροπή και να απαιτήσουμε αλλαγή, βλέπουμε δηλώσεις που ουσιαστικά υπονοούν ότι «ο θρήνος ενοχλεί», ότι η οργή των συγγενών χαλάει την εικόνα της κανονικότητας.

Η μάνα του αδικοχαμένου παιδιού δεν κρατάει ένα λάβαρο∙ κρατάει ένα σφραγισμένο φέρετρο. Και όμως, αντί να σκύψουμε το κεφάλι από ντροπή και να απαιτήσουμε αλλαγή, βλέπουμε δηλώσεις που ουσιαστικά υπονοούν ότι «ο θρήνος ενοχλεί», ότι η οργή των συγγενών χαλάει την εικόνα της κανονικότητας.

Η πρόσφατη δήλωση της Άννας Διαμαντοπούλου ότι «δεν θέλει να γίνει Καρυστιανού» προκάλεσε, δικαίως, αντιδράσεις. Δεν πρόκειται απλώς για μια άστοχη φράση. Είναι μια φράση που αποκαλύπτει ολόκληρη τη φιλοσοφία του πολιτικού κατεστημένου: να μεταθέτει την ευθύνη από το κράτος στα θύματα, να ενοχοποιεί τους πονεμένους αντί να λογοδοτεί για τα εγκλήματά του.

Γιατί η Καρυστιανού δεν έγινε σύμβολο από δική της επιλογή. Το κράτος την έκανε.
Ένα κράτος ανίκανο να προστατεύσει τη ζωή των πολιτών του. Ένα κράτος που, αντί για δικαιοσύνη, προσφέρει συγκάλυψη. Ένα κράτος που, αντί για στήριξη, επιδεικνύει πολιτική χυδαιότητα.

Η μάνα του αδικοχαμένου παιδιού δεν κρατάει ένα λάβαρο∙ κρατάει ένα σφραγισμένο φέρετρο. Και όμως, αντί να σκύψουμε το κεφάλι από ντροπή και να απαιτήσουμε αλλαγή, βλέπουμε δηλώσεις που ουσιαστικά υπονοούν ότι «ο θρήνος ενοχλεί», ότι η οργή των συγγενών χαλάει την εικόνα της κανονικότητας.

Η πραγματικότητα είναι μία:
Δεν υπάρχει κανένας γονιός που να θέλει να γίνει Καρυστιανού.
Υπάρχει, όμως, ένα κράτος που παράγει Καρυστιανού. Και όσο η κυβέρνηση συνεχίζει να προτάσσει την προστασία υπουργών και την πολιτική συγκάλυψη αντί για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, τόσο θα πολλαπλασιάζονται τα ονόματα και οι τραγωδίες.

Γι’ αυτό το πραγματικό μήνυμα δεν είναι «να μη γίνουμε Καρυστιανού».
Το πραγματικό μήνυμα είναι: «να μη μας ξανακάνει το κράτος Καρυστιανού»

Γράφει ο Πασχάλης θ. Τόσιος