Λογαριασμοί ρεύματος: Ο μεγάλος «αόρατος» λογαριασμός πίσω από την κατανάλωση
Οι πολίτες αλλάζουν παρόχους για λίγα ευρώ, ενώ πάνω από το μισό κόστος παραμένει εκτός ανταγωνισμού
Οι πολίτες αλλάζουν παρόχους για λίγα ευρώ, ενώ πάνω από το μισό κόστος παραμένει εκτός ανταγωνισμού
Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, όλο και περισσότεροι πολίτες αφιερώνουν ώρες συγκρίνοντας τιμολόγια ρεύματος, προσφορές, πάγια, «μπλε», «πράσινα» και σταθερά προγράμματα, αναζητώντας μια μικρή οικονομική ανάσα στον μηνιαίο λογαριασμό.
Η πραγματικότητα όμως που αποκαλύπτεται όταν κάποιος ανοίξει προσεκτικά τον λογαριασμό του είναι πολύ διαφορετική από την εικόνα του «ανταγωνισμού» που προβάλλεται στην αγορά ενέργειας.
Στην πράξη, το πραγματικό κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί πλέον μόνο ένα μέρος του συνολικού ποσού που πληρώνει ο καταναλωτής. Το υπόλοιπο αφορά ρυθμιζόμενες χρεώσεις, τέλη, φόρους, δημοτικά τέλη, χρεώσεις δικτύου και λοιπές επιβαρύνσεις που παραμένουν ίδιες ανεξαρτήτως παρόχου.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η καθαρή αξία της κατανάλωσης δεν ξεπερνά καν το 40% του τελικού λογαριασμού. Το υπόλοιπο μοιράζεται μεταξύ ΔΕΔΔΗΕ, ΑΔΜΗΕ, ΥΚΩ, ΕΡΤ, δημοτικών τελών και φόρων, δημιουργώντας ένα ενεργειακό κόστος που για χιλιάδες οικογένειες μοιάζει πλέον δυσβάσταχτο.
Η ειρωνεία είναι πως ο πολίτης καλείται να γίνει «ειδικός» στην αγορά ενέργειας, να συγκρίνει δεκάδες συμβόλαια και να αλλάζει συνεχώς πάροχο για μια εξοικονόμηση που πολλές φορές περιορίζεται σε λίγα ευρώ τον μήνα, την ώρα που το μεγαλύτερο μέρος του λογαριασμού παραμένει πρακτικά ανεπηρέαστο.
Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, το κόστος ψύξης και θέρμανσης αυξάνεται λόγω των ακραίων θερμοκρασιών και η λεγόμενη «ενεργειακή φτώχεια» επεκτείνεται σε όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο τους θερινούς μήνες. Με τα κλιματιστικά να αποτελούν πλέον ανάγκη επιβίωσης και όχι πολυτέλεια, ειδικά για ηλικιωμένους και οικογένειες με μικρά παιδιά, οι καταναλωτές ζουν με το άγχος του επόμενου λογαριασμού.
Την ίδια στιγμή, η πολιτεία συνεχίζει να μεταφέρει στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος μια σειρά από χρεώσεις που ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι, ακόμη και νοικοκυριά που περιορίζουν δραστικά τη χρήση ρεύματος, εξακολουθούν να βλέπουν υψηλές τελικές χρεώσεις.
Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας παρουσιάζεται ως «απελευθερωμένη», όμως για πολλούς καταναλωτές η καθημερινή εμπειρία θυμίζει περισσότερο ένα σύστημα όπου ο ανταγωνισμός αφορά μόνο ένα μικρό κομμάτι του συνολικού κόστους.
Κάπως έτσι, ο Έλληνας καταναλωτής βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν διαρκή αγώνα εξοικονόμησης, ψάχνοντας προσφορές και εκπτώσεις για λίγα ευρώ, ενώ το πραγματικό βάρος των λογαριασμών παραμένει σταθερά πάνω από την κοινωνία.