Ο πόλεμος στο Ιράν και η “αχίλλειος πτέρνα” του Τραμπ: όταν η οικονομία καθορίζει τη στρατηγική
Η επτά εβδομάδων σύγκρουση με το Ιράν δεν ανέτρεψε το καθεστώς της Τεχεράνης ούτε εξανάγκασε την πλήρη συμμόρφωσή του. Αντίθετα, ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο το βασικό όριο της πολιτικής Τραμπ: την αντοχή της αμερικανικής οικονομίας απέναντι στο κόστος ενός πολέμου.
Η επτά εβδομάδων σύγκρουση με το Ιράν δεν ανέτρεψε το καθεστώς της Τεχεράνης ούτε εξανάγκασε την πλήρη συμμόρφωσή του. Αντίθετα, ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο το βασικό όριο της πολιτικής Τραμπ: την αντοχή της αμερικανικής οικονομίας απέναντι στο κόστος ενός πολέμου.
Η κρίση στο Στενό του Ορμούζ λειτούργησε ως καταλύτης. Ακόμη και αν οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται άμεσα από τη συγκεκριμένη ενεργειακή οδό, η παγκόσμια αγορά ενέργειας είναι αλληλένδετη. Η προσωρινή ασφυξία στη ροή πετρελαίου εκτόξευσε τις τιμές, συμπαρασύροντας καύσιμα, μεταφορές, τρόφιμα και τελικά τον πληθωρισμό. Και εκεί ακριβώς αρχίζει το πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, που επένδυσε πολιτικά στο αφήγημα της «φθηνής καθημερινότητας» και της οικονομικής σταθερότητας, βρέθηκε αντιμέτωπος με το αντίθετο: αυξημένο κόστος ζωής, πίεση στις αγορές και φθορά στα ποσοστά αποδοχής του. Η αντίδρασή του ,η στροφή από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη διπλωματία, δεν ήταν απλώς στρατηγική επιλογή. Ήταν αναγκαστική προσαρμογή.
Το Ιράν, αν και στρατιωτικά πιεσμένο, απέδειξε ότι διαθέτει ένα κρίσιμο όπλο: την ικανότητα να επιβάλλει οικονομικό κόστος. Με τον έλεγχο του Ορμούζ και τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, κατάφερε να μεταφέρει το πεδίο της σύγκρουσης από το στρατιωτικό στο οικονομικό επίπεδο , εκεί όπου οι ΗΠΑ αποδεικνύονται πιο ευάλωτες πολιτικά.
Η πίεση αυτή δεν περιορίζεται στους αριθμούς. Αγγίζει κοινωνικές και εκλογικές ομάδες-κλειδιά. Οι Αμερικανοί αγρότες πλήττονται από διαταραχές στις εισαγωγές λιπασμάτων, οι μεταφορές γίνονται ακριβότερες, ενώ ο μέσος ψηφοφόρος βλέπει την καθημερινότητά του να επιβαρύνεται. Σε μια χώρα όπου η τιμή της βενζίνης επηρεάζει άμεσα την πολιτική συμπεριφορά, το κόστος αυτό μεταφράζεται γρήγορα σε πολιτική φθορά.
Παράλληλα, το μήνυμα προς συμμάχους και αντιπάλους είναι εξίσου κρίσιμο. Η εικόνα μιας υπερδύναμης που μπορεί να ξεκινήσει μια στρατιωτική επιχείρηση, αλλά αναδιπλώνεται όταν αυξάνεται το οικονομικό κόστος, γεννά ερωτήματα αξιοπιστίας. Ευρωπαίοι σύμμαχοι ανησυχούν για το βάρος που καλούνται να σηκώσουν, ενώ χώρες της Ασίας επανεκτιμούν τη στρατηγική τους ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, Κίνα και Ρωσία παρακολουθούν και καταγράφουν: η οικονομική πίεση μπορεί να λειτουργήσει ως αποτελεσματικό αντίβαρο στην αμερικανική ισχύ.
Ο ίδιος ο Τραμπ μοιάζει να επαναλαμβάνει ένα γνώριμο μοτίβο. Όπως στον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα, όπου αναγκάστηκε να μετριάσει τη στάση του υπό την πίεση των αγορών, έτσι και τώρα αναζητά διέξοδο μέσω διαπραγματεύσεων. Η διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά το κόστος είναι ευρύτερο και πιο άμεσο.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορεί μια πιθανή συμφωνία να καλύψει τους στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ χωρίς να εκληφθεί ως υποχώρηση; Και κυρίως, μπορεί να αποκαταστήσει την εικόνα μιας δύναμης που δεν λυγίζει υπό οικονομική πίεση;
Γιατί αν κάτι κατέδειξε ο πόλεμος στο Ιράν, είναι ότι η ισχύς των ΗΠΑ δεν αμφισβητείται μόνο στο πεδίο της μάχης. Αμφισβητείται και ίσως πιο αποτελεσματικά στο πεδίο της οικονομίας. Και εκεί, ο Τραμπ φαίνεται να δίνει την πιο δύσκολη μάχη του.
Πηγή: Reuters

