ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σε τροχιά σύγκρουσης για τη δωρεάν μετακίνηση των νέων
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για δωρεάν πρόσβαση των νέων στα μέσα μαζικής μεταφοράς ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τις πολιτικές προτεραιότητες της χώρας. Η κυβέρνηση, αντί να απαντήσει επί της ουσίας, επιλέγει την εύκολη καταφυγή στη γνωστή ρητορική περί «παροχών».
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για δωρεάν πρόσβαση των νέων στα μέσα μαζικής μεταφοράς ανοίγει μια ουσιαστική συζήτηση για τις πολιτικές προτεραιότητες της χώρας. Η κυβέρνηση, αντί να απαντήσει επί της ουσίας, επιλέγει την εύκολη καταφυγή στη γνωστή ρητορική περί «παροχών».
Η πολιτική αντιπαράθεση που ξέσπασε ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και τη Νέα Δημοκρατία με αφορμή την πρόταση του Νίκου Ανδρουλάκη για δωρεάν μετακίνηση των νέων έως 24 ετών στα μέσα μαζικής μεταφοράς της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης δεν αφορά μόνο το κόστος ενός εισιτηρίου. Αφορά πρωτίστως το ποια κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε και ποιες ανάγκες θεωρούμε άξιες δημόσιας στήριξης.
Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν συνιστά μια ανέξοδη προεκλογική εξαγγελία. Αντιθέτως, αφορά ένα συγκεκριμένο και κοστολογημένο μέτρο, το οποίο σύμφωνα με τη Χαριλάου Τρικούπη απαιτεί περίπου 35 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Πρόκειται για ένα ποσό απολύτως διαχειρίσιμο για έναν κρατικό προϋπολογισμό δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, ιδιαίτερα όταν αφορά μια κοινωνική ομάδα που βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανείς οικονομικές πιέσεις.
Οι νέοι σήμερα πληρώνουν ακριβά ενοίκια, εργάζονται συχνά με χαμηλές αποδοχές, αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος μετακίνησης και βλέπουν την πρόσβαση σε βασικά αγαθά να γίνεται ολοένα δυσκολότερη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η δωρεάν μετακίνηση δεν αποτελεί πολυτέλεια. Αποτελεί ένα μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και ταυτόχρονα ένα εργαλείο ενίσχυσης της χρήσης των δημόσιων συγκοινωνιών.
Η αντίδραση της κυβέρνησης, ωστόσο, δεν επικεντρώθηκε στην ουσία της πρότασης. Ο νέος γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κώστας Κυρανάκης, επέλεξε να επαναφέρει τη γνωστή επιχειρηματολογία περί «λεφτόδεντρων» και «δωρεάν παροχών» που τελικά πληρώνουν οι φορολογούμενοι.
Η στάση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα.
Διότι η ίδια κυβέρνηση που εμφανίζεται αυστηρή όταν πρόκειται για κοινωνικές πολιτικές υπέρ των νέων, δεν δείχνει την ίδια ευαισθησία όταν διατίθενται εκατομμύρια ευρώ σε απευθείας αναθέσεις, σε επικοινωνιακές καμπάνιες ή όταν αποκαλύπτονται υποθέσεις κακοδιαχείρισης και διαφθοράς που απασχολούν τη δημόσια ζωή.
Η συζήτηση, επομένως, δεν είναι αν υπάρχουν χρήματα. Η συζήτηση είναι πού επιλέγει μια κυβέρνηση να κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους.
Το επιχείρημα ότι τα έσοδα των εισιτηρίων χρηματοδοτούν τις δημόσιες συγκοινωνίες δεν απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα. Οι δημόσιες συγκοινωνίες δεν λειτουργούν με αποκλειστικά εμπορικά κριτήρια. Αποτελούν δημόσιο αγαθό και βασικό εργαλείο κοινωνικής συνοχής. Όπως η δημόσια εκπαίδευση ή η δημόσια υγεία, έτσι και οι μεταφορές οφείλουν να υπηρετούν κοινωνικούς στόχους.
Η κυβέρνηση προβάλλει ως αντιστάθμισμα τη μείωση φόρων και άλλες παρεμβάσεις για τους νέους. Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη, ενώ χιλιάδες νέοι δυσκολεύονται να αποκτήσουν οικονομική αυτονομία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για δωρεάν μετακίνηση δεν είναι ούτε λαϊκισμός ούτε παροχολογία. Είναι μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή με σαφές κοινωνικό αποτύπωμα.
Και ίσως αυτό είναι που πραγματικά ενοχλεί τη Νέα Δημοκρατία: ότι για πρώτη φορά εδώ και καιρό τίθεται στο δημόσιο διάλογο το ερώτημα αν τα δημόσια χρήματα πρέπει να υπηρετούν κατά προτεραιότητα τις ανάγκες των πολιτών ή τις επικοινωνιακές και πολιτικές επιλογές της εκάστοτε εξουσίας.
Στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν θα κρίνουν μόνο το κόστος της πρότασης. Θα κρίνουν κυρίως ποιος προτείνει λύσεις στα προβλήματα της νέας γενιάς και ποιος περιορίζεται να αναζητά επιχειρήματα για να τις απορρίψει.
