Το πραγματικό μήνυμα πίσω από την αλλαγή στην αυτοδιοίκηση
Η συζήτηση που άνοιξε στην πρόσφατη συνεδρίαση της ΚΕΔΕ για το νέο εκλογικό σύστημα στην αυτοδιοίκηση αποδείχθηκε πολύ πιο αποκαλυπτική απ’ όσο ίσως υπολόγιζε η κυβέρνηση. Πίσω από τα επιχειρήματα περί «κυβερνησιμότητας» και «σταθερότητας», καταγράφηκε με σαφήνεια ένας βαθύτερος πολιτικός φόβος: η δυνατότητα ανατροπής πολιτικών συσχετισμών μέσα από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συγκλίσεις.
Η συζήτηση που άνοιξε στην πρόσφατη συνεδρίαση της ΚΕΔΕ για το νέο εκλογικό σύστημα στην αυτοδιοίκηση αποδείχθηκε πολύ πιο αποκαλυπτική απ’ όσο ίσως υπολόγιζε η κυβέρνηση. Πίσω από τα επιχειρήματα περί «κυβερνησιμότητας» και «σταθερότητας», καταγράφηκε με σαφήνεια ένας βαθύτερος πολιτικός φόβος: η δυνατότητα ανατροπής πολιτικών συσχετισμών μέσα από ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συγκλίσεις.
Ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2026, υπερασπιζόμενος την πρόταση για εκλογή δημάρχων σε έναν μόνο γύρο, ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι το σημερινό σύστημα θεωρείται προβληματικό επειδή επιτρέπει την ανατροπή των δεδομένων του πρώτου γύρου στον δεύτερο. Μάλιστα, απευθυνόμενος ευθέως στον παριστάμενο δήμαρχο Αθηναίων, αναφέρθηκε στην περίπτωση των τελευταίων δημοτικών εκλογών στην Αθήνα, όπου η πολιτική δυναμική άλλαξε καθοριστικά ανάμεσα στις δύο Κυριακές.
Η τοποθέτηση αυτή δεν ήταν μια απλή τεχνική παρατήρηση για τον εκλογικό νόμο. Ήταν μια πολιτική παραδοχή: ότι το κυβερνητικό στρατόπεδο αντιμετωπίζει με εμφανή δυσφορία τη δυνατότητα διαμόρφωσης πλειοψηφικών μετώπων απέναντι στους εκλεκτούς της εξουσίας.
Και όμως, αυτό ακριβώς αποτελεί την ουσία της δημοκρατικής διαδικασίας. Οι δεύτεροι γύροι στις αυτοδιοικητικές εκλογές λειτουργούν ως πεδίο πολιτικών και κοινωνικών συγκλίσεων. Οι πολίτες επαναξιολογούν, συγκρίνουν πρόσωπα, προγράμματα και διοικητικές αντιλήψεις και τελικά διαμορφώνουν νέα πλειοψηφικά ρεύματα.
Η Αθήνα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το 2019, ο Κώστας Μπακογιάννης κατέγραψε περίπου 42,6% στον πρώτο γύρο και ενισχύθηκε θεαματικά στον δεύτερο, αγγίζοντας το 65,2%, καθώς τότε εξέφραζε μια ευρύτερη πολιτική και κοινωνική αποδοχή. Το 2023, όμως, το ίδιο εκλογικό σώμα λειτούργησε διαφορετικά. Το 41,35% του πρώτου γύρου δεν μετατράπηκε σε νίκη, αλλά περιορίστηκε περίπου στο 44%, καθώς σημαντικό τμήμα των πολιτών αποδοκίμασε τη δημαρχιακή του θητεία και συσπειρώθηκε γύρω από μια εναλλακτική πρόταση διοίκησης της πόλης.
Αυτή ακριβώς η δυνατότητα της κοινωνίας να μεταβάλλει πολιτικούς συσχετισμούς φαίνεται πως προκαλεί ανησυχία στο Μέγαρο Μαξίμου. Διότι πίσω από την αλλαγή του εκλογικού νόμου διακρίνεται μια ξεκάθαρη επιδίωξη: να περιοριστεί η πιθανότητα πολιτικών συμμαχιών και κοινωνικών συγκλίσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε ανατροπές.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τη δημοκρατική μετατόπιση της λαϊκής βούλησης ως θεσμικό πρόβλημα που χρειάζεται «διόρθωση». Όμως η δημοκρατία δεν λειτουργεί με προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα ούτε με μηχανισμούς προστασίας των ισχυρών. Οι εκλογικοί νόμοι δεν μπορούν να μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής θωράκισης μιας εξουσίας που φοβάται τη φθορά και τη συσπείρωση απέναντί της.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική ουσία της συζήτησης. Το Μαξίμου δεν ανησυχεί απλώς για τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Ανησυχεί για το ενδεχόμενο να διαμορφωθούν, σε ευρύτερο πολιτικό επίπεδο, συνθήκες αντίστοιχων κοινωνικών και πολιτικών συγκλίσεων απέναντι στην κυβερνητική κυριαρχία.
Γιατί τελικά, αυτό που φαίνεται να φοβάται περισσότερο η εξουσία δεν είναι ο εκλογικός νόμος. Είναι η ίδια η δυνατότητα της κοινωνίας να παράγει πλειοψηφικά ρεύματα αλλαγής.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή