Δισεκατομμύρια για την Πολιτική Προστασία. Η Θεσσαλονίκη όμως πνίγηκε στον καπνό.
Η μεγάλη πυρκαγιά στη βορειοδυτική Θεσσαλονίκη ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της Πολιτικής Προστασίας, την επάρκεια των συστημάτων πυρασφάλειας στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τη διαχείριση των δισεκατομμυρίων ευρώ που διατέθηκαν για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.
Η μεγάλη πυρκαγιά στη βορειοδυτική Θεσσαλονίκη ανοίγει ξανά τη συζήτηση για την αποτελεσματικότητα της Πολιτικής Προστασίας, την επάρκεια των συστημάτων πυρασφάλειας στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τη διαχείριση των δισεκατομμυρίων ευρώ που διατέθηκαν για την πρόληψη και την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών.
Η εικόνα της χθεσινής Θεσσαλονίκης δεν τιμά κανέναν. Μια μεγάλη βιομηχανική πυρκαγιά, εργοστάσια στις φλόγες, οικισμοί να απειλούνται, χιλιάδες πολίτες να αγωνιούν και ένα πυκνό, τοξικό νέφος να σκεπάζει ολόκληρη την πόλη. Μια ευρωπαϊκή μητρόπολη βρέθηκε αντιμέτωπη με εικόνες που παραπέμπουν σε χώρες χωρίς στοιχειώδη σχεδιασμό πολιτικής προστασίας.
Τα αίτια της πυρκαγιάς θα τα διερευνήσουν οι αρμόδιες αρχές. Αν πρόκειται για ανθρώπινη αμέλεια ,όπως συμβαίνει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Πυροσβεστικής, στη μεγάλη πλειονότητα των αγροτοδασικών πυρκαγιών, οι υπεύθυνοι πρέπει να λογοδοτήσουν. Η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια αφηρημένη έννοια όταν οι συνέπειες είναι τόσο βαριές.
Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζει η ευθύνη της Πολιτείας.
Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα είχε στη διάθεσή της μια ιστορική ευκαιρία. Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας διατέθηκαν πρωτοφανείς ευρωπαϊκοί πόροι για την ενίσχυση της Πολιτικής Προστασίας, την πρόληψη, τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και την ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Χρήματα που δεν έπεσαν από τον ουρανό. Είναι προϊόν του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού και θα αποπληρωθούν από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους, ανάμεσά τους και οι Έλληνες πολίτες.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό και απολύτως πολιτικό: πού αποτυπώθηκε αυτή η τεράστια επένδυση;
Πώς γίνεται, ύστερα από τόσα δισεκατομμύρια, μια πυρκαγιά να εξελίσσεται σε απειλή για μια ολόκληρη μητροπολιτική περιοχή; Πώς είναι δυνατόν να καίγονται βιομηχανικές εγκαταστάσεις, να τίθενται σε κίνδυνο κατοικημένες περιοχές και να καλύπτεται μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων από τοξικό καπνό;
Εξίσου κρίσιμα είναι και τα ερωτήματα που αφορούν τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Διέθεταν ολοκληρωμένα και λειτουργικά συστήματα πυροπροστασίας; Ήταν επαρκή για το είδος των εγκαταστάσεων; Πότε ελέγχθηκαν για τελευταία φορά; Από ποιες υπηρεσίες; Υπήρξαν παρατηρήσεις ή ελλείψεις; Και αν υπήρχαν, αποκαταστάθηκαν;
Σε ένα σύγχρονο κράτος, ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση βιομηχανικής δραστηριότητας, η προστασία δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στην επέμβαση της Πυροσβεστικής όταν πλέον η φωτιά έχει πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Η πραγματική πολιτική προστασία ξεκινά πολύ πριν χτυπήσει ο συναγερμός. Ξεκινά με πρόληψη, ελέγχους, σχέδια αντιμετώπισης, ασκήσεις ετοιμότητας και συνεχή αξιολόγηση των κινδύνων.
Δυστυχώς, στην Ελλάδα εξακολουθούμε να λειτουργούμε αντίστροφα. Μετράμε τις ζημιές, αναζητούμε τους υπεύθυνους όταν όλα έχουν τελειώσει και δίνουμε υποσχέσεις για να ξεχαστούν μαζί με τις στάχτες.
Η ατομική ευθύνη είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως αρκετή. Οι πολίτες οφείλουν να τηρούν τον νόμο και να προστατεύουν τον τόπο τους. Οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύουν στην ασφάλεια των εργαζομένων, των εγκαταστάσεών τους και του περιβάλλοντος. Και η Πολιτεία οφείλει να σχεδιάζει, να ελέγχει και να παρεμβαίνει πριν η καταστροφή μετατραπεί σε εθνική είδηση.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται άλλη μια έκθεση ιδεών μετά την καταστροφή. Χρειάζεται απαντήσεις. Χρειάζεται λογοδοσία. Και, κυρίως, χρειάζεται ένα κράτος που να αποδεικνύει στην πράξη ότι τα δισεκατομμύρια που διαχειρίστηκε μετατράπηκαν σε πραγματική ασφάλεια για τους πολίτες και όχι απλώς σε αριθμούς μέσα σε κυβερνητικούς απολογισμούς.
