Έρευνα-καταπέλτης : Ελλάδα 2026: Η χώρα της ακρίβειας, των χαμηλών μισθών και της κοινωνικής αδικίας
Η νέα έρευνα για την οικονομική δικαιοσύνη αποκαλύπτει βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, την αγορά και το πολιτικό σύστημα -Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Η νέα έρευνα για την οικονομική δικαιοσύνη αποκαλύπτει βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στο κράτος, την αγορά και το πολιτικό σύστημα -Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Η Ελλάδα του 2026 μπορεί να εμφανίζει στους οικονομικούς δείκτες «ανάπτυξη», επενδυτική βαθμίδα και δημοσιονομική σταθερότητα, όμως η κοινωνία δείχνει να βιώνει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
Η νέα πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου Eteron για την «Οικονομική Δικαιοσύνη» λειτουργεί σχεδόν σαν κοινωνική ακτινογραφία μιας χώρας που αισθάνεται ότι οι κόποι των πολλών καταλήγουν στα χέρια λίγων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και πολιτικά εκρηκτικά:
- το 80,4% θεωρεί την Ελλάδα άδικη χώρα,
- το 81,9% πιστεύει ότι ο πλούτος κατανέμεται υπέρ των επιχειρηματικών ελίτ,
- το 82,2% θεωρεί ότι οι κυβερνητικές πολιτικές ευνοούν κυρίως τις μεγάλες επιχειρήσεις,
- το 87,1% πιστεύει ότι μισθωτοί και συνταξιούχοι σηκώνουν δυσανάλογα το φορολογικό βάρος.
Δεν πρόκειται απλώς για μια δημοσκόπηση δυσαρέσκειας. Πρόκειται για μια συνολική κοινωνική καταγραφή απώλειας εμπιστοσύνης απέναντι στο οικονομικό μοντέλο που κυριαρχεί σήμερα στη χώρα.
Οι αριθμοί της «ανάπτυξης» απέναντι στην καθημερινότητα των πολιτών
Η κυβέρνηση συνεχίζει να προβάλλει την εικόνα μιας οικονομίας που «πηγαίνει καλά». Ωστόσο, τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η κοινωνία δεν νιώθει συμμέτοχη σε αυτή την πορεία.
Το 63,4% δηλώνει δυσαρεστημένο από την προσωπική οικονομική του κατάσταση, ενώ μόλις το 36,7% των εργαζομένων θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια για τη δουλειά που προσφέρει.
Η πραγματική οικονομία των νοικοκυριών παραμένει ασφυκτική:
- οι μισθοί εξαντλούνται πριν τελειώσει ο μήνας,
- το κόστος στέγασης έχει μετατραπεί σε κοινωνική βόμβα,
- η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες πιέζει διαρκώς τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγαλύτερες κοινωνικές αδικίες που καταγράφουν οι πολίτες είναι:
- οι χαμηλοί μισθοί (60,7%),
- το υψηλό κόστος ενοικίων και κατοικίας (57,7%),
- η έλλειψη αξιοκρατίας (45,8%),
- οι φορολογικές ανισότητες (45,1%).
Η κοινωνία δείχνει να θεωρεί ότι η «ανάπτυξη» αφορά κυρίως ισχυρούς οικονομικούς παίκτες, μεγάλες επιχειρήσεις και λίγους προνομιούχους, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία παλεύει καθημερινά για στοιχειώδη οικονομική επιβίωση.
Η Ελλάδα των χαμηλών μισθών και της ακριβής ζωής
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν εξετάσει κανείς τη σχέση εισοδήματος και κόστους ζωής.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αγοραστική δύναμη, ενώ την ίδια στιγμή:
- οι τιμές βασικών αγαθών πλησιάζουν ή ξεπερνούν ευρωπαϊκά επίπεδα,
- τα ενοίκια αυξάνονται με ανεξέλεγκτους ρυθμούς,
- η πρόσβαση στη στέγη γίνεται ολοένα δυσκολότερη για νέους εργαζόμενους και οικογένειες.
Η έρευνα δείχνει ότι οι πολίτες δεν θεωρούν πλέον τη στεγαστική κρίση συγκυριακό πρόβλημα, αλλά μόνιμη κοινωνική ανισότητα.
Για αυτό και οι βασικές προτεραιότητες που ζητούν είναι:
- χαμηλότοκα δάνεια πρώτης κατοικίας,
- πλαφόν στις αυξήσεις ενοικίων,
- δημιουργία κοινωνικών κατοικιών.
Πρόκειται για αιτήματα που μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρούνταν σχεδόν «απαγορευμένες λέξεις» στο δημόσιο πολιτικό λεξιλόγιο.
Η κοινωνία ζητά επιστροφή του κράτους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σαφής μετατόπιση της κοινωνίας υπέρ ισχυρότερου δημόσιου ρόλου.
Τα ποσοστά υπέρ του δημόσιου ελέγχου είναι συντριπτικά:
- 90,8% στην Παιδεία,
- 90,4% στην Ύδρευση,
- 90,2% στην Υγεία,
- 87,8% στην Κοινωνική Ασφάλιση,
- 77,5% στην Ενέργεια.
Ακόμη και στο τραπεζικό σύστημα, όπου για δεκαετίες κυριάρχησε η λογική της πλήρους ιδιωτικοποίησης, πάνω από τους μισούς πολίτες τάσσονται υπέρ ισχυρού δημόσιου ελέγχου.
Η εικόνα αυτή δεν προκύπτει τυχαία.
Η πολυετής λιτότητα, οι ιδιωτικοποιήσεις, η αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών και η συνεχής μεταφορά βάρους στα νοικοκυριά φαίνεται ότι έχουν δημιουργήσει ισχυρό κοινωνικό αίτημα για επιστροφή ενός κράτους που να προστατεύει και όχι απλώς να παρακολουθεί την αγορά.
«Οι ανισότητες δεν είναι φυσικό φαινόμενο»
Ένα από τα πιο πολιτικά φορτισμένα ευρήματα της έρευνας είναι ότι το 66,4% των πολιτών θεωρεί πως οι οικονομικές ανισότητες δεν είναι φυσικό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών.
Η συγκεκριμένη απάντηση αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό, ειδικά μετά τις κατά καιρούς δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που αντιμετώπιζαν τις κοινωνικές ανισότητες περίπου ως αναπόφευκτη συνέπεια της οικονομίας της αγοράς.
Η κοινωνία φαίνεται πλέον να απορρίπτει αυτή τη λογική.
Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι:
- οι μισθοί,
- η φορολογία,
- η πρόσβαση στη στέγη,
- οι κοινωνικές παροχές,
- οι εργασιακές συνθήκες
δεν είναι «φυσικοί νόμοι», αλλά πολιτικές αποφάσεις.
Η φορολογική αδικία ως κεντρικό κοινωνικό τραύμα
Η έρευνα αποτυπώνει και κάτι ακόμη εξαιρετικά σημαντικό:
ένα ισχυρό αίτημα φορολογικής αναδιανομής.
Το 86,5% ζητά μεγαλύτερη φορολόγηση των πλουσίων για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ το 61,9% θεωρεί ότι η αύξηση της φορολογίας σε υψηλά εισοδήματα και μεγάλο πλούτο είναι απαραίτητη για την ενίσχυση δημόσιων υπηρεσιών και κοινωνικού κράτους.
Η κοινωνία φαίνεται να θεωρεί ότι:
- οι οικονομικά ισχυροί δεν συμμετέχουν αναλογικά στα βάρη,
- το φορολογικό σύστημα λειτουργεί άνισα,
- οι έμμεσοι φόροι εξαντλούν τα χαμηλά και μεσαία στρώματα.
Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί η έννοια της «δικαιοσύνης» επανέρχεται τόσο έντονα στον δημόσιο διάλογο.
Μια κοινωνία που ζητά αξιοπρέπεια
Το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα της έρευνας δεν αφορά μόνο την οικονομία.
Αφορά το βαθύτερο αίσθημα μιας κοινωνίας που ζητά αξιοπρέπεια.
Οι πολίτες δεν ζητούν μόνο καλύτερους αριθμούς στους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Ζητούν:
- να μπορούν να ζουν από τον μισθό τους,
- να νοικιάζουν σπίτι χωρίς να εξαντλείται το εισόδημά τους,
- να έχουν πρόσβαση σε δημόσια υγεία και παιδεία,
- να νιώθουν ότι το κράτος λειτουργεί δίκαια,
- να πιστεύουν ότι η προσπάθειά τους ανταμείβεται.
Και αυτό ίσως είναι το μεγαλύτερο πολιτικό μήνυμα της έρευνας:
η ελληνική κοινωνία δεν θεωρεί πλέον τις ανισότητες «μοίρα».
Τις αντιμετωπίζει ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και αναζητά πλέον ένα διαφορετικό κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο που να αποκαθιστά την αίσθηση δικαιοσύνης και ασφάλειας.