ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΕΒΖ: Το πολιτικό έγκλημα της ελληνικής ζάχαρης – Από τη συρρίκνωση, στην απαξίωση και τελικά στη διάλυση

Η ιστορία της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης δεν είναι απλώς μια αποτυχημένη επιχειρηματική υπόθεση. Είναι η συμπυκνωμένη εικόνα της πολιτικής παρακμής, της αποβιομηχάνισης της χώρας και της διαχρονικής αδυναμίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να προστατεύσει την παραγωγική βάση της Ελλάδας.

Η ιστορία της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης δεν είναι απλώς μια αποτυχημένη επιχειρηματική υπόθεση. Είναι η συμπυκνωμένη εικόνα της πολιτικής παρακμής, της αποβιομηχάνισης της χώρας και της διαχρονικής αδυναμίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος να προστατεύσει την παραγωγική βάση της Ελλάδας.

Η κατάρρευση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης δεν ήταν αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας αποτυχίας ούτε μιας απλής οικονομικής κρίσης. Ήταν μια μακρά πορεία πολιτικών επιλογών, κυβερνητικών λαθών, τραπεζικών χειρισμών και επιχειρηματικών εξυπηρετήσεων, που οδήγησαν μια ιστορική βιομηχανία από την παραγωγική αυτάρκεια στην πλήρη εξαφάνιση.

Μια βιομηχανία που κάποτε κάλυπτε τις ανάγκες της χώρας σε ζάχαρη και εξήγαγε προϊόν στα Βαλκάνια, κατέληξε να μην παράγει ούτε έναν κόκκο ζάχαρης.

Και αυτή η πορεία έχει συγκεκριμένες πολιτικές περιόδους και συγκεκριμένες ευθύνες.

Η πρώτη μεγάλη πληγή – Η ευρωπαϊκή αναδιάρθρωση και η κυβέρνηση Καραμανλή

Η αρχή της αποδόμησης της ΕΒΖ ξεκινά ουσιαστικά το 2006, επί κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή και υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης Ευάγγελου Μπασιάκου.

Τότε, στο πλαίσιο της ριζικής μεταρρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον τομέα της ζάχαρης, η Ελλάδα αποδέχθηκε τη δραστική μείωση της εθνικής ποσόστωσης παραγωγής.

Η χώρα εγκατέλειψε μέχρι το 2008 το 50,01% της ποσόστωσής της, με την παραγωγική δυνατότητα να πέφτει από 317.502 τόνους στους 158.702 τόνους.

Ήταν μια απόφαση που άλλαξε οριστικά τη φυσιογνωμία της ελληνικής τευτλοκαλλιέργειας.

Οι παραγωγοί άρχισαν να εγκαταλείπουν τα τεύτλα, τα εργοστάσια υπολειτουργούσαν και η ΕΒΖ μπήκε σε μια πορεία σταδιακής αποδυνάμωσης.

Η Ελλάδα πέρασε από την παραγωγική αυτάρκεια στην εξάρτηση από τις εισαγωγές, χωρίς ποτέ να υπάρξει ένα σοβαρό εθνικό σχέδιο προστασίας της καλλιέργειας και της βιομηχανίας.

Το τραπεζικό αδιέξοδο του 2012

Η δεύτερη καθοριστική περίοδος ήρθε το 2012, επί κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου, με τη διάσπαση της Αγροτικής Τράπεζας και τη μεταφορά του «υγιούς» κομματιού της στην Τράπεζα Πειραιώς.

Εκεί δημιουργήθηκε το παράδοξο που εγκλώβισε οριστικά την ΕΒΖ.Οι μετοχές της εταιρείας παρέμειναν στο υπό εκκαθάριση τμήμα της πρώην ΑΤΕ, ενώ τα δάνεια πέρασαν στην Τράπεζα Πειραιώς.

Με απλά λόγια, άλλος είχε τις μετοχές και άλλος τον οικονομικό έλεγχο μέσω των δανείων.

Από εκεί και πέρα, η ΕΒΖ μετατράπηκε ουσιαστικά σε μια βιομηχανία χωρίς καθαρό ιδιοκτησιακό καθεστώς, χωρίς δυνατότητα σοβαρής χρηματοδότησης και χωρίς αναπτυξιακή προοπτική.

Η κατάσταση αυτή αποτέλεσε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο χτίστηκε η τελική διάλυση.

Οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ – Χρήματα χωρίς παραγωγικό αποτέλεσμα

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση, η ΕΒΖ βρισκόταν ήδη σε κρίσιμο σημείο. Ωστόσο, η κυβέρνηση όχι μόνο δεν κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση, αλλά απέτυχε να διαμορφώσει ένα πραγματικό σχέδιο εξυγίανσης και επαναλειτουργίας της βιομηχανίας.

Παρά τη χρηματοδότηση περίπου 30 εκατομμυρίων ευρώ από την εκκαθάριση, η ΕΒΖ δεν επανήλθε ποτέ σε κανονική παραγωγική λειτουργία.

Τα εργοστάσια παρέμειναν ουσιαστικά ανενεργά, η τευτλοκαλλιέργεια κατέρρεε χρόνο με τον χρόνο και οι παραγωγοί εγκατέλειπαν οριστικά την καλλιέργεια.

Οι εξαγγελίες περί «διάσωσης» και «επανεκκίνησης» αποδείχθηκαν χωρίς αντίκρισμα.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ φέρει σοβαρές ευθύνες γιατί, ενώ διέθεσε σημαντικά ποσά και καλλιέργησε προσδοκίες, δεν κατάφερε να επαναφέρει ούτε την παραγωγή ούτε την εμπιστοσύνη των παραγωγών.

Η ΕΒΖ παρέμεινε εγκλωβισμένη σε μια παρατεταμένη κατάσταση αποσύνθεσης.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η οριστική ταφόπλακα

Ωστόσο, σύμφωνα με εργαζόμενους, παραγωγούς και ανθρώπους που παρακολούθησαν από κοντά την πορεία της βιομηχανίας, εκείνος που ουσιαστικά αποτελείωσε την ΕΒΖ ήταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Και ειδικότερα ο τότε υπουργός Ανάπτυξης Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος προώθησε τη λεγόμενη «λύση Καραθανάση» ως υποτιθέμενη διέξοδο για τη βιομηχανία.

Στην πράξη, όμως, η επιλογή αυτή εξελίχθηκε  σε μια υπόθεση με έντονη οσμή διαπλοκής και εξυπηρέτησης συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Τα εργοστάσια παραδόθηκαν στον επιχειρηματία  Καραθανάση, παρουσιάζοντας την εξέλιξη ως επενδυτική προοπτική για την ΕΒΖ και την τευτλοκαλλιέργεια.

Το αποτέλεσμα όμως ήταν απολύτως καταστροφικό.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης δεν παρήγαγε ούτε έναν κόκκο ζάχαρης.

Ούτε παραγωγική επανεκκίνηση υπήρξε, ούτε καλλιέργεια αναβίωσε, ούτε τα εργοστάσια λειτούργησαν ουσιαστικά.

Αντίθετα, η «λύση Καραθανάση» αποτέλεσε στην πράξη την οριστική σφραγίδα διάλυσης της ΕΒΖ και το τελικό κλείσιμο μιας ιστορικής βιομηχανίας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν διαχειρίστηκε την ΕΒΖ ως εθνικό παραγωγικό εργαλείο που έπρεπε να σωθεί, αλλά ως μια υπόθεση επιχειρηματικής διαχείρισης ακινήτων και εγκαταστάσεων.

Και κάπως έτσι, η Ελλάδα οδηγήθηκε στην απόλυτη παραγωγική εξάρτηση στον τομέα της ζάχαρης.

Η Ελλάδα χωρίς ζάχαρη

Σήμερα, η χώρα που κάποτε διέθετε ισχυρή τευτλοπαραγωγή και εξαγωγική δραστηριότητα, εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από εισαγωγές.

Τα εργοστάσια της ΕΒΖ παραμένουν βουβά.

Οι παραγωγοί εγκατέλειψαν την καλλιέργεια.

Και μια ολόκληρη παραγωγική αλυσίδα διαλύθηκε μέσα από διαδοχικές πολιτικές αποφάσεις.

Η ιστορία της ΕΒΖ δεν είναι απλώς η ιστορία μιας αποτυχημένης βιομηχανίας.

Είναι η ιστορία του τρόπου με τον οποίο η Ελλάδα εγκατέλειψε συστηματικά την παραγωγή της.

Και αυτό έχει πολιτικές υπογραφές.

Η σιωπή και η ανεπάρκεια του πολιτικού προσωπικού των Σερρών

Ακόμη πιο θλιβερή, όμως, είναι η εικόνα του πολιτικού προσωπικού των Σερρών όλα αυτά τα χρόνια.

Μιας περιοχής που ταυτίστηκε όσο λίγες με την τευτλοκαλλιέργεια και τη λειτουργία της ΕΒΖ, αλλά που τελικά είδε το εργοστάσιο να οδηγείται στην απαξίωση χωρίς ουσιαστική πολιτική αντίσταση, χωρίς σχέδιο και χωρίς πραγματική διεκδίκηση.

Βουλευτές, αυτοδιοικητικοί και τοπικοί παράγοντες αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.

Άβουλοι, αδύναμοι και εγκλωβισμένοι σε μικροκομματικές ισορροπίες, δεν μπόρεσαν  ή δεν θέλησαν  να συγκρουστούν πραγματικά για να απαιτήσουν μια βιώσιμη λύση για το εργοστάσιο των Σερρών και την τευτλοπαραγωγή.

Αντί να διαμορφώσουν ένα ισχυρό μέτωπο πίεσης προς τις κυβερνήσεις και τα επιχειρηματικά συμφέροντα που διαχειρίζονταν την τύχη της ΕΒΖ, περιορίστηκαν σε δηλώσεις, δημόσιες σχέσεις και επικοινωνιακές κινήσεις χωρίς ουσία.

Και το χειρότερο;

Όταν προωθήθηκε η λεγόμενη «λύση Καραθανάση», που τελικά αποδείχθηκε η οριστική σφραγίδα διάλυσης της βιομηχανίας, υπήρξαν τοπικοί πολιτικοί παράγοντες που όχι μόνο δεν εξέφρασαν σοβαρές επιφυλάξεις, αλλά έσπευσαν να τη χαιρετίσουν σχεδόν πανηγυρικά ως δήθεν «σωτηρία» για την ΕΒΖ.

Σήμερα, με τα εργοστάσια κλειστά, την παραγωγή ανύπαρκτη και την ελληνική ζάχαρη ουσιαστικά νεκρή, οι βαριές σκιές γύρω από εκείνη τη στάση παραμένουν.

Γιατί η ιστορία έδειξε πως πίσω από τις θριαμβολογίες δεν υπήρχε ούτε επένδυση, ούτε παραγωγική ανασυγκρότηση, ούτε πραγματική διάθεση διάσωσης της βιομηχανίας.

Υπήρχε μόνο η διαχείριση του τέλους της.Και σε αυτό το τέλος, δυστυχώς, το πολιτικό προσωπικό των Σερρών δεν μπορεί να ισχυριστεί πως στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.



Του Πασχάλη Θ. Τόσιου
Για τον «Καθημερινό Παρατηρητή»