Επιδόματα-ασπιρίνες σε μια οικονομία που αιμορραγεί
Υπάρχει κάτι βαθιά στρεβλό στην εικόνα μιας πολιτείας που εμφανίζεται «γενναιόδωρη» μοιράζοντας επιδόματα των 20 και 30 ευρώ. Όχι γιατί τα ποσά αυτά δεν έχουν καμία αξία για τον πολίτη που πιέζεται ,κάθε ανάσα είναι πολύτιμη σε μια οικονομία που ασφυκτιά. Αλλά γιατί αυτή η πρακτική αποτυπώνει μια ολόκληρη αντίληψη εξουσίας: ότι η κοινωνία μπορεί να διατηρείται σε συνθήκες μόνιμης πίεσης και να «ανακουφίζεται» περιστασιακά με ψίχουλα.
Υπάρχει κάτι βαθιά στρεβλό στην εικόνα μιας πολιτείας που εμφανίζεται «γενναιόδωρη» μοιράζοντας επιδόματα των 20 και 30 ευρώ. Όχι γιατί τα ποσά αυτά δεν έχουν καμία αξία για τον πολίτη που πιέζεται ,κάθε ανάσα είναι πολύτιμη σε μια οικονομία που ασφυκτιά. Αλλά γιατί αυτή η πρακτική αποτυπώνει μια ολόκληρη αντίληψη εξουσίας: ότι η κοινωνία μπορεί να διατηρείται σε συνθήκες μόνιμης πίεσης και να «ανακουφίζεται» περιστασιακά με ψίχουλα.
Την ίδια ώρα, το κράτος καταγράφει υπερπλεονάσματα δισεκατομμυρίων. Όχι ως αποτέλεσμα κάποιας εντυπωσιακής παραγωγικής ανασυγκρότησης, αλλά κυρίως μέσω της υπερφορολόγησης. Πρόκειται για χρήματα που αφαιρέθηκαν από την πραγματική οικονομία , από τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και επιστρέφονται αποσπασματικά, σχεδόν επιλεκτικά, με όρους επικοινωνιακής διαχείρισης.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό και αξιακό. Διότι όταν η στήριξη μετατρέπεται σε κουπόνι και η κοινωνική πολιτική σε εφαρμογή στο κινητό, τότε η αξιοπρέπεια του πολίτη υποβιβάζεται σε «δικαίωμα υπό αίρεση». Ο πολίτης δεν αντιμετωπίζεται ως υποκείμενο με σταθερές ανάγκες και δικαιώματα, αλλά ως αποδέκτης προσωρινών «ενισχύσεων», που ενεργοποιούνται όταν και όπως επιλέγει η εκτελεστική εξουσία.
Έτσι οικοδομείται μια κουλτούρα εξάρτησης. Μια καθημερινότητα όπου οι άνθρωποι καλούνται να παρακολουθούν διαρκώς αν και πότε θα λάβουν μια μικρή ενίσχυση, την ίδια στιγμή που το κόστος ζωής διογκώνεται και η αγοραστική τους δύναμη συρρικνώνεται. Η κανονικότητα μετατρέπεται σε προνόμιο και η επιβίωση σε στόχο.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το κρίσιμο ζητούμενο για τις προοδευτικές δυνάμεις δεν είναι να ανταγωνιστούν σε υποσχέσεις επιδομάτων. Είναι να επαναφέρουν στο προσκήνιο τη μεγάλη συζήτηση που αποφεύγεται συστηματικά: τη δίκαιη αναδιανομή του πλούτου, τη μείωση των ανισοτήτων, τη σταθερή ενίσχυση των εισοδημάτων, τη διασφάλιση ενός βιοτικού επιπέδου αντάξιου μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας.
Γιατί μια χώρα που παράγει υπερπλεονάσματα και τα επιστρέφει σε δόσεις φιλανθρωπίας, δεν οικοδομεί ευημερία. Ανακυκλώνει τη μιζέρια. Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι επιχειρεί να την κανονικοποιήσει.
Σε αυτή την Ελλάδα, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο «πόσα θα δοθούν», αλλά στο «πώς μοιράζονται όσα παράγονται». Εκεί κρίνεται η ουσία της πολιτικής. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπρέπεια μιας κοινωνίας.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής
