ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Έχουμε όλοι θέση στην Κιβωτό του καλοκαιριού;

Η Ελλάδα καταγράφει τουριστικά ρεκόρ, οι δημοφιλείς προορισμοί ασφυκτιούν και την ίδια στιγμή για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες οι διακοπές περιορίζονται σε λίγες ημέρες ή εξαφανίζονται εντελώς

Η Ελλάδα καταγράφει τουριστικά ρεκόρ, οι δημοφιλείς προορισμοί ασφυκτιούν και την ίδια στιγμή για χιλιάδες ελληνικές οικογένειες οι διακοπές περιορίζονται σε λίγες ημέρες ή εξαφανίζονται εντελώς

Το καλοκαίρι στην Ελλάδα έμοιαζε για πολλές δεκαετίες με μια μεγάλη Κιβωτό όπου, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, χωρούσαμε σχεδόν όλοι. Άλλος για δεκαπέντε ημέρες, άλλος για μία εβδομάδα, άλλος σε ένα μικρό νοικιαζόμενο δωμάτιο, άλλος στο εξοχικό, άλλος στο πατρικό σπίτι του χωριού και άλλος με μια σκηνή, μια πετσέτα και ελάχιστα χρήματα στην τσέπη.

Οι διακοπές δεν ήταν πάντοτε πολυτελείς. Ήταν όμως για ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας κάτι φυσιολογικό. Μια μικρή διακοπή από την καθημερινότητα, λίγες ημέρες ξεκούρασης μετά από έναν δύσκολο χειμώνα, ένα διάστημα που μπορούσε, με κάποια οικονομία, να χωρέσει στον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Αυτή η εικόνα αλλάζει. Και ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο είναι ότι αλλάζει ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα γνωρίζει μια πρωτοφανή τουριστική άνθηση.

Τα τελευταία χρόνια οι αφίξεις αυξάνονται, οι τουριστικές εισπράξεις καταγράφουν υψηλές επιδόσεις, νέες μονάδες δημιουργούνται, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις εξαπλώνονται και περιοχές που μέχρι πριν από μερικά χρόνια αποτελούσαν κυρίως προορισμούς των Ελλήνων μπαίνουν όλο και πιο δυναμικά στον διεθνή τουριστικό χάρτη.

Η χώρα γίνεται ολοένα πιο ελκυστική για τον επισκέπτη από το εξωτερικό, αλλά ταυτόχρονα ολοένα ακριβότερη για τον κάτοικό της.

Και αυτή είναι ίσως η μεγάλη αντίφαση του ελληνικού τουριστικού θαύματος.

Για ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων το ερώτημα δεν είναι πλέον «πού θα πάμε φέτος διακοπές;». Είναι «θα μπορέσουμε να πάμε;».

Και αμέσως μετά έρχεται το δεύτερο: «για πόσες ημέρες;».

Οι δεκαπέντε ημέρες έγιναν δέκα. Οι δέκα έγιναν επτά. Η εβδομάδα έγινε τετραήμερο. Το τετραήμερο έγινε ένα Σαββατοκύριακο και, για αρκετούς, οι διακοπές αντικαταστάθηκαν από μερικές ημερήσιες εξορμήσεις σε κάποια κοντινή παραλία.

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη οικονομική ανάλυση για να αντιληφθεί κανείς γιατί συμβαίνει αυτό. Αρκεί μια οικογένεια να προσπαθήσει να υπολογίσει το κόστος λίγων ημερών μακριά από το σπίτι.

Διαμονή, καύσιμα, διόδια ή ακτοπλοϊκά εισιτήρια, φαγητό, καφέδες και οι καθημερινές ανάγκες μιας οικογένειας δημιουργούν έναν λογαριασμό που για πολλά νοικοκυριά πλησιάζει ή ακόμη και ξεπερνά έναν μηνιαίο μισθό.

Έτσι αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο κάνουν διακοπές οι Έλληνες. Αναζητούν κοντινότερους προορισμούς, περιορίζουν τις διανυκτερεύσεις, επιλέγουν το σπίτι συγγενών ή φίλων, μαγειρεύουν περισσότερο, περιορίζουν τις εξόδους και πολλές φορές επιστρέφουν αυθημερόν στο σπίτι τους, επειδή ακόμη και μία επιπλέον διανυκτέρευση πρέπει πλέον να υπολογιστεί προσεκτικά.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, ένα διαφορετικό πρόβλημα εμφανίζεται στην άλλη πλευρά της ίδιας εικόνας: ο υπερτουρισμός.

Η συζήτηση συνήθως στρέφεται στα γνωστά ελληνικά νησιά, όμως το φαινόμενο δεν περιορίζεται εκεί. Είναι πλέον ορατό και πολύ πιο κοντά στη Βόρεια Ελλάδα.

Στη Χαλκιδική, στη Νέα Πέραμο, στην Τούζλα, όπως και σε δεκάδες νησιωτικούς και παραθαλάσσιους προορισμούς, μέσα σε λίγες εβδομάδες του καλοκαιριού οι τοπικές κοινωνίες καλούνται να εξυπηρετήσουν πληθυσμούς πολλαπλάσιους από εκείνους που ζουν εκεί τον χειμώνα.

Και τότε αποκαλύπτεται μια πραγματικότητα την οποία τα ρεκόρ αφίξεων και εισπράξεων δεν μπορούν να κρύψουν.

Οι επισκέπτες αυξήθηκαν πολύ γρηγορότερα από τις υποδομές.

Δρόμοι σχεδιασμένοι για εντελώς διαφορετικούς κυκλοφοριακούς φόρτους γεμίζουν ασφυκτικά. Η αναζήτηση μιας θέσης στάθμευσης μετατρέπεται σε καθημερινή περιπέτεια. Τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης δοκιμάζονται, οι ανάγκες σε νερό αυξάνονται απότομα και τα απορρίμματα πολλαπλασιάζονται μέσα σε λίγες ημέρες.

Όποιος έχει επιχειρήσει να κινηθεί σε ορισμένες περιοχές της Χαλκιδικής ένα Σαββατοκύριακο του Ιουλίου ή του Αυγούστου γνωρίζει ότι η τουριστική επιτυχία μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε κυκλοφοριακή ασφυξία. Αντίστοιχες πιέσεις εμφανίζονται σε περιοχές όπως η Νέα Πέραμος και η Τούζλα, όπου η θερινή ζήτηση έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ στα νησιά το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της γεωγραφίας και των αντικειμενικών ορίων των διαθέσιμων πόρων.

Και εδώ χρειάζεται να είμαστε δίκαιοι.

Το πρόβλημα δεν είναι ο άνθρωπος που θέλει να πάει στη θάλασσα.

Δεν φταίει η οικογένεια από τις Σέρρες που θα επιλέξει τη Χαλκιδική, την Πέραμο ή την Τούζλα για λίγες ημέρες. Δεν φταίει ο Θεσσαλονικιός που θέλει να περάσει ένα Σαββατοκύριακο στη θάλασσα. Δεν φταίει ο ξένος επισκέπτης που ονειρεύτηκε ένα ελληνικό νησί και αποφάσισε να ταξιδέψει μέχρι εδώ.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η τουριστική ανάπτυξη προηγείται επί χρόνια του σχεδιασμού που απαιτείται για να την υποστηρίξει.

Δεν γίνεται να θέλουμε περισσότερα καταλύματα, περισσότερες αφίξεις, περισσότερα αυτοκίνητα, περισσότερους επισκέπτες και μεγαλύτερους τζίρους και ταυτόχρονα να θεωρούμε περίπου αυτονόητο ότι οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια δίκτυα ύδρευσης, οι ίδιες υποδομές αποχέτευσης και οι ίδιες δημοτικές υπηρεσίες μπορούν επ’ αόριστον να εξυπηρετούν ολοένα περισσότερους ανθρώπους.

Η τουριστική ανάπτυξη χωρίς αντίστοιχες δημόσιες υποδομές δεν είναι ολοκληρωμένη ανάπτυξη.

Είναι μεταφορά του κόστους στον κάτοικο και στον επισκέπτη.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη αλλαγή, ίσως σημαντικότερη από την κυκλοφοριακή συμφόρηση και τις πιεσμένες υποδομές.

Είναι η αλλαγή στην ίδια την κατοικία.

Όσο αυξάνεται η τουριστική ζήτηση τόσο μεγαλύτερο μέρος της διαθέσιμης κατοικίας μετατρέπεται σε τουριστικό προϊόν. Η βραχυχρόνια μίσθωση προσφέρει αναμφίβολα εισόδημα σε πολλούς ιδιοκτήτες, αλλά όταν η ισορροπία χάνεται, οι συνέπειες μεταφέρονται σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία.

Ο εργαζόμενος δυσκολεύεται να βρει σπίτι. Ο εποχικός υπάλληλος καλείται να εργαστεί σε έναν τουριστικό προορισμό όπου δεν μπορεί να πληρώσει τη διαμονή του. Ο εκπαιδευτικός ή ο γιατρός αναζητεί κατοικία σε περιοχές με χιλιάδες διαθέσιμα τουριστικά καταλύματα αλλά ελάχιστα σπίτια για μακροχρόνια μίσθωση.

Κάπου εκεί ο υπερτουρισμός παύει να είναι ζήτημα τουρισμού και γίνεται ζήτημα κοινωνικής συνοχής.

Γιατί ένας τόπος δεν είναι σκηνικό.

Η Χαλκιδική δεν είναι μόνο οι παραλίες της τον Αύγουστο. Τα νησιά δεν είναι μόνο τα λευκά σπίτια που βλέπουμε στις τουριστικές καμπάνιες. Η Πέραμος και η Τούζλα δεν υπάρχουν μόνο τα καλοκαιρινά Σαββατοκύριακα.

Είναι τόποι στους οποίους άνθρωποι κατοικούν, εργάζονται, μεγαλώνουν παιδιά και προσπαθούν να ζήσουν δώδεκα μήνες τον χρόνο.

Ακριβώς γι' αυτό η συζήτηση για τον υπερτουρισμό δεν μπορεί να περιοριστεί στο πόσους ακόμη επισκέπτες «χωράει» η Ελλάδα.

Πρέπει να συζητήσουμε και τι Ελλάδα θέλουμε να παραδώσουμε ύστερα από αυτή την τουριστική έκρηξη.

Και ταυτόχρονα πρέπει να τολμήσουμε να ανοίξουμε μια ακόμη πιο δύσκολη συζήτηση: ποιος έχει πλέον τη δυνατότητα να κάνει διακοπές στην Ελλάδα;

Γιατί υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος. Στην προσπάθειά μας να αντιμετωπίσουμε τον υπερτουρισμό, να καταλήξουμε σε μια απλή και κοινωνικά άδικη «λύση»: να γίνουν οι προορισμοί τόσο ακριβοί ώστε τελικά να πηγαίνουν λιγότεροι.

Μόνο που τότε δεν προστατεύουμε το δικαίωμα όλων στο καλοκαίρι.

Απλώς επιλέγουμε ποιοι θα αποκλειστούν.

Και πρώτοι θα αποκλειστούν εκείνοι που έχουν μικρότερο εισόδημα.

Δεν μπορεί η Ελλάδα να μετατραπεί σε έναν τεράστιο καλοκαιρινό προορισμό αποκλειστικά για ανθρώπους υψηλής αγοραστικής δύναμης. Δεν μπορεί το μπάνιο στη θάλασσα, οι πέντε ημέρες ξεκούρασης ή μια εβδομάδα με την οικογένεια να αντιμετωπίζονται ως είδη πολυτελείας.

Οι διακοπές δεν είναι επίδειξη πλούτου.

Για τον εργαζόμενο που πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο στη δουλειά, για μια οικογένεια με παιδιά, για έναν συνταξιούχο, για έναν νέο άνθρωπο, λίγες ημέρες μακριά από την καθημερινότητα είναι ανάγκη ξεκούρασης, κοινωνικής ζωής και στοιχειώδους ποιότητας ζωής.

Γι' αυτό και το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να συνεχίσουμε να έχουμε τουρισμό. Η Ελλάδα ζει σε σημαντικό βαθμό από αυτόν και χιλιάδες οικογένειες εξασφαλίζουν το εισόδημά τους μέσα από την τουριστική δραστηριότητα.

Το ερώτημα είναι τι τουρισμό θέλουμε.

Έναν τουρισμό που θα μετρά αποκλειστικά αφίξεις, κλίνες και εισπράξεις ή έναν τουρισμό που θα υπολογίζει και τις αντοχές κάθε τόπου;

Χρειαζόμαστε επενδύσεις στις υποδομές, σύγχρονα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, καλύτερη διαχείριση των απορριμμάτων, σοβαρές παρεμβάσεις στις μετακινήσεις, προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της κατοικίας, αλλά και πολιτικές που θα απλώνουν την τουριστική δραστηριότητα σε περισσότερες περιοχές και σε μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.

Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη.

Να πάψουμε να θεωρούμε μοναδικό μέτρο επιτυχίας το πόσα εκατομμύρια τουρίστες ήρθαν.

Να αρχίσουμε να ρωτάμε πόσο καλύτερα έζησε από αυτή την ανάπτυξη η κοινωνία.

Τι απέκτησαν οι τόποι που δέχθηκαν αυτή την τεράστια πίεση.

Αν βελτιώθηκαν οι υποδομές τους.

Αν προστατεύτηκε το περιβάλλον τους.

Αν οι κάτοικοί τους μπορούν ακόμη να βρουν σπίτι στον τόπο τους.

Και, τελικά, αν ο μέσος Έλληνας μπορεί να κάνει έστω μία εβδομάδα διακοπές στη χώρα που κάθε χρόνο διαφημίζουμε σε ολόκληρο τον κόσμο ως έναν από τους ομορφότερους προορισμούς του πλανήτη.

Γιατί αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας.

Η Ελλάδα μπορεί να γεμίζει από τουρίστες και ταυτόχρονα οι Έλληνες να μειώνουν τις δικές τους διακοπές.

Μπορούν τα ξενοδοχεία και τα καταλύματα να παρουσιάζουν υψηλές πληρότητες και την ίδια στιγμή μια οικογένεια να υπολογίζει αν αντέχει οικονομικά τέσσερις αντί για επτά διανυκτερεύσεις.

Μπορεί ένας τόπος να θεωρείται παγκόσμιος προορισμός και οι άνθρωποι που ζουν λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά να μην μπορούν να τον πλησιάσουν οικονομικά.

Γι' αυτό το ερώτημα «έχουμε όλοι θέση στην Κιβωτό του καλοκαιριού;» δεν είναι πλέον μια ποιητική μεταφορά.

Είναι ένα βαθιά κοινωνικό ερώτημα.

Η Κιβωτός μεγαλώνει. Περισσότερα αεροπλάνα, περισσότερα πλοία, περισσότερα καταλύματα, περισσότερες αφίξεις, περισσότερες επενδύσεις.

Οι τόποι, όμως, δεν μεγαλώνουν μαζί της.

Και τα εισοδήματα των ανθρώπων δεν ακολουθούν πάντοτε τις τιμές του τουριστικού προϊόντος.

Γι' αυτό το μεγάλο στοίχημα των επόμενων χρόνων δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στον τουρισμό και στους κατοίκους, ούτε ανάμεσα στους ξένους επισκέπτες και στους Έλληνες.

Είναι να βρούμε την ισορροπία που θα επιτρέψει στους τόπους να παραμείνουν ζωντανοί, στους κατοίκους να συνεχίσουν να ζουν σε αυτούς, στους επισκέπτες να τους απολαμβάνουν χωρίς να τους εξαντλούν και στους Έλληνες να μη γίνουν ξένοι στο ίδιο τους το καλοκαίρι.

Γιατί θα ήταν η μεγαλύτερη ειρωνεία της ελληνικής τουριστικής επιτυχίας να καταφέρουμε κάποτε να χωρέσουμε στην Κιβωτό μας ολόκληρο τον κόσμο, αλλά να μην έχει απομείνει θέση για εμάς.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τραγωδία στην Παλαιοκώμη: Η καθυστερημένη αντίδραση στο μικροσκόπιο – Τι δείχνει η ανάλυση του βίντεο
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Σέρρες: Οι εισαγγελικές εντολές στους Δήμους – Κοινωνικές υπηρεσίες με χιλιάδες αιτήματα και θολές αρμοδιότητες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
«Δεν πρόλαβα να τους ξαναδώ» – Συγκλονίζει ο πατέρας μετά την τραγωδία στις Σέρρες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
«Δολοφονία 68χρονου στις Σέρρες: Η Αστυνομία ψάχνει το κρίσιμο ίχνος – Τα 7 ερωτήματα που ακόμη δεν έχουν απάντηση».
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Η Ελλάδα της «ισχυρής οικονομίας» κάνει διακοπές με το σταγονόμετρο
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Δολοφονία 68χρονου στις Σέρρες: Το αναστατωμένο σπίτι, το ξηλωμένο κάγκελο και το κρίσιμο κενό των τελευταίων ωρών
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Τουρισμός για Όλους 2026-2027: Άνοιξαν οι αιτήσεις – Ποιοι δικαιούνται έως 600 ευρώ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Δολοφονία 68χρονου στις Σέρρες: Τι κρύβει το αναστατωμένο σπίτι – Τεσσερισήμισι ώρες έρευνας από τη Σήμανση