Η δίκη του Άγγελου: Ώρα Δικαιοσύνης ή τελευταία ευκαιρία για την αλήθεια
«Δεν αρκεί μια καταδίκη· ζητούμενο είναι να αποκαλυφθεί αν στο εδώλιο βρίσκονται όλοι όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση.»
«Δεν αρκεί μια καταδίκη· ζητούμενο είναι να αποκαλυφθεί αν στο εδώλιο βρίσκονται όλοι όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση.»
Υπάρχουν υποθέσεις που δεν δικάζονται μόνο μέσα σε τέσσερις τοίχους μιας δικαστικής αίθουσας. Δικάζονται και στη συνείδηση της κοινωνίας. Και η υπόθεση του 17χρονου Άγγελου είναι μία από αυτές.
Αν κάτι κυριάρχησε κατά την πρώτη ημέρα της δίκης στο Δικαστικό Μέγαρο Σερρών, δεν ήταν μόνο η σιωπή, η συγκίνηση και ο αβάσταχτος πόνος μιας οικογένειας που εδώ και έξι μήνες προσπαθεί να σταθεί όρθια απέναντι στην απώλεια του παιδιού της.
Ήταν τα αναπάντητα ερωτήματα.
Ερωτήματα που δεν έπαψαν ποτέ να συνοδεύουν αυτή την υπόθεση. Ερωτήματα που ακούγονταν έξω από τα δικαστήρια, στις συζητήσεις των πολιτών, στα πηγαδάκια όσων γνώριζαν πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά και στις συνομιλίες που είχε η εφημερίδα μας με ανθρώπους οι οποίοι παρακολουθούν από την πρώτη στιγμή τις εξελίξεις.
Το ερώτημα που κυριαρχούσε ήταν ένα:Κάθονται σήμερα στο εδώλιο όλοι όσοι πραγματικά εμπλέκονται σε αυτή την αποτρόπαια υπόθεση;
Δεν πρόκειται για προδικασία. Δεν πρόκειται για απόδοση ευθυνών χωρίς αποδείξεις. Πρόκειται για το πιο θεμελιώδες ερώτημα που οφείλει να απαντήσει κάθε δικαστική διαδικασία όταν χάνεται μια ανθρώπινη ζωή.
Γιατί, αν η κοινωνία αμφιβάλλει ότι η έρευνα έφτασε μέχρι το τέλος, τότε υπάρχει πρόβλημα.
Η εικόνα που διαμορφώθηκε χθες ήταν αποκαλυπτική. Σχεδόν κανένας από όσους βρέθηκαν έξω από το Δικαστικό Μέγαρο δεν εμφανιζόταν βέβαιος ότι το έγκλημα αυτό εξαντλείται αποκλειστικά στο πρόσωπο του ανήλικου κατηγορουμένου.
Αυτή η αίσθηση, ανεξάρτητα από το αν τελικά επιβεβαιωθεί ή διαψευστεί μέσα στη δικαστική αίθουσα, αποτελεί μια σοβαρή πρόκληση για την ίδια την Πολιτεία.Διότι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.Έφτασε η προανάκριση μέχρι το τέλος;
Αξιοποιήθηκαν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία;
Ελέγχθηκαν όλες οι μαρτυρίες;
Διερευνήθηκαν όλες οι πιθανές εμπλοκές;
ή μήπως η έρευνα σταμάτησε εκεί όπου άρχιζε να γίνεται πραγματικά δύσκολη;
Αν ισχύει το δεύτερο, τότε η Πολιτεία οφείλει να κάνει την αυτοκριτική της.
Γιατί δεν θα πρόκειται απλώς για μια ατελή έρευνα.
Θα πρόκειται για μια ήττα των ανακριτικών αρχών, της Ελληνικής Αστυνομίας και συνολικά του μηχανισμού απονομής της δικαιοσύνης στο στάδιο της προδικασίας.
Και αυτή είναι μια εξέλιξη που δεν θα πλήγωνε μόνο την οικογένεια του Άγγελου.
Θα τραυμάτιζε το ίδιο το αίσθημα δικαίου της κοινωνίας.
Η μοναδική ελπίδα πλέον βρίσκεται στη δικαστική διαδικασία.
Εκεί όπου οι μάρτυρες καταθέτουν ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Εκεί όπου τα στοιχεία αξιολογούνται δημόσια από το δικαστήριο.
Εκεί όπου ενδεχομένως μπορεί να ανοίξουν στόματα που μέχρι σήμερα παρέμεναν κλειστά.
Εκεί όπου μπορούν να αναδειχθούν αντιφάσεις, παραλείψεις ή ακόμη και νέα δεδομένα που δεν είχαν αξιολογηθεί στο στάδιο της ανάκρισης.
Η δίκη αυτή δεν πρέπει να αποτελέσει το τελευταίο κεφάλαιο της υπόθεσης.
Πρέπει να αποτελέσει το σημείο από το οποίο θα ξεκινήσει η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας.
Γιατί η αλήθεια δεν φοβάται τη δικαστική έρευνα.Την έχει ανάγκη.
Και η οικογένεια του Άγγελου δεν ζητά τίποτε περισσότερο από αυτό που κάθε δημοκρατική πολιτεία οφείλει να εγγυάται στους πολίτες της:
Να αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια.Να εντοπιστούν όλοι όσοι πραγματικά φέρουν ευθύνη.
Και να λογοδοτήσουν όλοι, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς σκιές.Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα αυτής της δίκης.
Όχι μόνο για τον Άγγελο.Αλλά για την ίδια την αξιοπιστία της Δικαιοσύνης και των θεσμών.
Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
