ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η έκθεση Τυχεροπούλου δεν αθωώνει την Αραμπατζή – Η πολιτική απόπειρα μετατροπής μιας γκρίζας ζώνης σε «πιστοποιητικό αθωότητας»

Οι συνομιλίες, τα «τρία ΑΦΜ», οι παρεμβάσεις για πληρωμές και η αλήθεια πίσω από την επίκληση της έκθεσης - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος

Οι συνομιλίες, τα «τρία ΑΦΜ», οι παρεμβάσεις για πληρωμές και η αλήθεια πίσω από την επίκληση της έκθεσης - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος

Τις τελευταίες ημέρες επιχειρείται να καλλιεργηθεί η εντύπωση ότι η περίφημη έκθεση Τυχεροπούλου αποτελεί περίπου ένα «πιστοποιητικό αθωότητας» για τη Σερραία βουλευτή της ΝΔ Φωτεινή Αραμπατζή στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Μόνο που η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική.

Όποιος διαβάσει προσεκτικά τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: η έκθεση δεν αθωώνει την κ. Αραμπατζή. Αντίθετα, καταγράφει ότι στις υποθέσεις που συνδέονται με τις δικές της παρεμβάσεις δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να προσδιοριστεί το ύψος της ζημίας.

Και αυτό απέχει έτη φωτός από το «δεν υπήρξε τίποτα».

Η διαφορά είναι τεράστια.

Άλλο πράγμα να αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε καμία παρέμβαση, κανένα ζήτημα και καμία υπόνοια ζημίας και άλλο να διαπιστώνεται ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν ασφαλή ποσοτικοποίηση της οικονομικής επίπτωσης.

Οι συνομιλίες παραμένουν εκεί

Το βασικό πρόβλημα για την κ. Αραμπατζή δεν είναι η λογιστική αποτίμηση της ζημίας.

Είναι οι ίδιες οι συνομιλίες που έχουν δημοσιοποιηθεί.

Συνομιλίες στις οποίες εμφανίζεται να επικοινωνεί επανειλημμένα με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά για συγκεκριμένους παραγωγούς, συγκεκριμένες πληρωμές, συγκεκριμένους ελέγχους και συγκεκριμένα ΑΦΜ από τις Σέρρες.

Η δημόσια συζήτηση δεν ξεκίνησε επειδή κάποιος ανακάλυψε ένα λογιστικό λάθος.

Ξεκίνησε επειδή καταγράφηκαν πολιτικές παρεμβάσεις σε έναν οργανισμό που διαχειρίζεται εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών ενισχύσεων.

Στην περίφημη συνομιλία του Αυγούστου του 2021, η βουλευτής εμφανίζεται να μεταφέρει αίτημα για συγκεκριμένο παραγωγό, να αναφέρεται σε «καραμανλικό στέλεχος» που ζήτησε βοήθεια και στη συνέχεια να περνά στο ζήτημα των γνωστών πλέον «τριών ΑΦΜ» κτηνοτρόφων από την περιοχή της Αγγίστας.

Σε άλλη συνομιλία ζητά ενημέρωση για πληρωμές, ενώ εμφανίζεται να επιδιώκει προσωπική επικοινωνία του προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ με ενδιαφερόμενο παραγωγό.

Αυτά τα περιστατικά δεν εξαφανίζονται επειδή μια έκθεση δεν κατάφερε να υπολογίσει με ακρίβεια το ύψος της οικονομικής ζημίας.

Η μεγάλη παραποίηση
Η μεγαλύτερη πολιτική παραποίηση της υπόθεσης βρίσκεται αλλού.

Στην προσπάθεια να μετατραπεί η φράση:

«ανεπαρκή στοιχεία για προσδιορισμό της ζημίας» σε:«μηδέν ζημία, μηδέν θέμα, μηδέν ευθύνη».

Όμως αυτά δεν είναι συνώνυμα.

Η ίδια η ανάλυση της έκθεσης κατατάσσει τις υποθέσεις που συνδέονται με την κ. Αραμπατζή στην κατηγορία όπου δεν ήταν δυνατή η ασφαλής ποσοτικοποίηση της ζημίας και όχι στην κατηγορία των υποθέσεων όπου διαπιστώθηκε ότι δεν υπήρξε ζημία.

Είναι μια κρίσιμη λεπτομέρεια που αλλάζει πλήρως την εικόνα.

Γιατί η πολιτική ευθύνη δεν αρχίζει μόνο όταν υπολογιστεί το τελευταίο ευρώ.

Ξεκινά από τη στιγμή που ένας βουλευτής θεωρεί θεμιτό να παρεμβαίνει για πληρωμές, ελέγχους και φακέλους συγκεκριμένων δικαιούχων.

Η Βουλή δεν αθώωσε κανέναν

Εξίσου παραπλανητική είναι και η επίκληση της κοινοβουλευτικής διαδικασίας.

Η απόρριψη της πρότασης για προανακριτική επιτροπή δεν συνιστά δικαστική αθώωση.

Σημαίνει απλώς ότι η κοινοβουλευτική πλειοψηφία επέλεξε να μη συνεχιστεί η διαδικασία διερεύνησης.

Σε καμία δημοκρατία του κόσμου η πολιτική πλειοψηφία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δικαστική κρίση.

Ούτε μπορεί μια κοινοβουλευτική ψηφοφορία να μετατραπεί σε αποδεικτικό αθωότητας.

Το ερώτημα παραμένει αναπάντητο

Και τελικά το πιο σοβαρό ερώτημα παραμένει ανοιχτό:

Γιατί ένας βουλευτής να ζητά ενημέρωση για συγκεκριμένους παραγωγούς;

Γιατί να παρεμβαίνει για συγκεκριμένους ελέγχους;

Γιατί να συζητά για συγκεκριμένα ΑΦΜ;

Γιατί να επιδιώκει πρόσβαση σε στοιχεία δικαιούχων πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που γεννούν οι ίδιες οι συνομιλίες.

Και αυτά τα ερωτήματα δεν τα απαντά η έκθεση Τυχεροπούλου.

Η έκθεση δεν λέει ότι δεν υπήρξαν παρεμβάσεις.

Δεν λέει ότι οι συνομιλίες είναι ψευδείς.

Δεν λέει ότι δεν υπήρξε πολιτική διαμεσολάβηση.

Λέει κάτι πολύ πιο περιορισμένο: ότι για τις συγκεκριμένες υποθέσεις δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ώστε να προσδιοριστεί με ασφάλεια το ύψος της οικονομικής ζημίας.

Και αυτό απέχει πολύ από την εικόνα της «πανηγυρικής αθώωσης» που επιχειρείται να παρουσιαστεί.

Στην πολιτική, όπως και στη δημοσιογραφία, οι λέξεις έχουν σημασία.

Και η διαφορά ανάμεσα στο «δεν αποδείχθηκε ζημία» και στο «δεν υπήρξε τίποτα» είναι η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και την προπαγάνδα.