«Μαμά, τι είναι το Κοπερτόν;» — Οι ελληνικές παραλίες μιας άλλης εποχής
«Μαμά, τι είναι το Κοπερτόν;» Η φωνή ενός κοριτσιού ακούστηκε σε μια από τις κοντινές παραλίες των Σερρών, ανάμεσα στα παιχνίδια στην άμμο και στα γέλια των παιδιών. Η μητέρα χαμογέλασε, γιατί η λέξη αυτή δεν της θύμισε απλώς ένα αντηλιακό. Της άνοιξε ένα παράθυρο σε καλοκαίρια που μοιάζουν σήμερα μακρινά.
«Μαμά, τι είναι το Κοπερτόν;» Η φωνή ενός κοριτσιού ακούστηκε σε μια από τις κοντινές παραλίες των Σερρών, ανάμεσα στα παιχνίδια στην άμμο και στα γέλια των παιδιών. Η μητέρα χαμογέλασε, γιατί η λέξη αυτή δεν της θύμισε απλώς ένα αντηλιακό. Της άνοιξε ένα παράθυρο σε καλοκαίρια που μοιάζουν σήμερα μακρινά.
Σε εκείνες τις ελληνικές παραλίες όπου οι διακοπές δεν χρειάζονταν πολλά. Δεν υπήρχαν σειρές από ξαπλώστρες, δυνατή μουσική και ατελείωτες επιλογές. Υπήρχε μια ψάθα στην άμμο, μια παλιά ομπρέλα, ένα τάπερ με κεφτεδάκια ή φέτες καρπούζι, ένα μπουκάλι νερό που είχε ζεσταθεί λίγο από τον ήλιο και η μυρωδιά του Κοπερτόν να ανακατεύεται με το αλάτι της θάλασσας.
Για πολλές οικογένειες από τις Σέρρες, όπως και από ολόκληρη την Ελλάδα, οι καλοκαιρινές εξορμήσεις είχαν έναν ξεχωριστό προορισμό: τις κοντινές ακτές της Μακεδονίας. Η Καβάλα, η Ασπροβάλτα, η Βρασνά, η Ολυμπιάδα, η Κεραμωτή και τόσες άλλες παραλίες γέμιζαν τα καλοκαίρια με φωνές παιδιών, αυτοκίνητα φορτωμένα με πράγματα και οικογένειες που έψαχναν λίγες μέρες ξεκούρασης δίπλα στη θάλασσα.
Τότε η παραλία ήταν ένας κοινός τόπος. Οι γνωστοί συναντούσαν γνωστούς, οι γονείς μιλούσαν κάτω από την ομπρέλα και τα παιδιά έφτιαχναν κάστρα στην άμμο μέχρι να νυχτώσει. Το μαύρισμα ήταν μέρος του καλοκαιρινού ονείρου και το Κοπερτόν είχε γίνει σχεδόν σύμβολο αυτής της εποχής.
Η εικόνα του περίφημου «Coppertone girl», της ηθοποιού Τζόντι Φόστερ,του κοριτσιού δηλαδή της διαφήμισης με το σκυλάκι που τραβούσε το μαγιό του, είχε ταξιδέψει σε σπίτια και παραλίες σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, όπως και αλλού, συνδέθηκε με την ιδέα του ανέμελου καλοκαιριού: παιδιά που έτρεχαν ξυπόλυτα, γονείς που άπλωναν πετσέτες και ένα άρωμα αντηλιακού που έμενε στη μνήμη.
Η διαφήμιση
Με τα χρόνια όμως όλα άλλαξαν. Οι παραλίες οργανώθηκαν, οι ξαπλώστρες έγιναν μέρος του τοπίου, τα αντηλιακά εξελίχθηκαν και η γνώση για την προστασία από τον ήλιο μεγάλωσε. Η παλιά εικόνα του «να καούμε λίγο για να μαυρίσουμε» έδωσε τη θέση της σε μια πιο προσεκτική σχέση με τον ήλιο.
Κι όμως, η νοσταλγία δεν βρίσκεται στο μπουκάλι του αντηλιακού. Βρίσκεται στις στιγμές που κουβαλά.
Βρίσκεται στη μάνα που έβαζε αντηλιακό στα παιδιά της πριν μπουν στη θάλασσα. Στον πατέρα που κουβαλούσε την ομπρέλα και τις καρέκλες. Στο καρπούζι που έτρωγαν όλοι με το χέρι, αφήνοντας τα ζουμιά να τρέχουν. Στα απογεύματα που η άμμος έκαιγε ακόμη και τα παιδιά δεν ήθελαν να φύγουν.
Έτσι, όταν σήμερα ένα παιδί ρωτά «τι είναι το Κοπερτόν;», ίσως η απάντηση να μην είναι μόνο «ένα αντηλιακό».
Ίσως να είναι μια μικρή ιστορία για την Ελλάδα των καλοκαιριών που πέρασαν. Για τις παραλίες των Σερρών και της Μακεδονίας, για τις οικογενειακές εξορμήσεις, για μια εποχή όπου το καλοκαίρι μύριζε θάλασσα, καρπούζι και Κοπερτόν.
Και για όσους το έζησαν, αυτή η μυρωδιά θα παραμένει πάντα ένας τρόπος να επιστρέφουν — έστω για λίγο — στην πιο ξέγνοιαστη παραλία της ζωής τους..
