ΝΑΤΟ, Τουρκία και η σιωπή της Αθήνας
Τα ερωτήματα που οφείλει να απαντήσει ο Πρωθυπουργός πριν από τη Σύνοδο Κορυφής
Τα ερωτήματα που οφείλει να απαντήσει ο Πρωθυπουργός πριν από τη Σύνοδο Κορυφής
Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με διαρροές, ευχολόγια ή επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Ασκείται με σαφείς θέσεις, στρατηγική και, κυρίως, με έγκαιρες παρεμβάσεις όταν διακυβεύονται κρίσιμα εθνικά συμφέροντα.
Το τελευταίο διάστημα, στο δημόσιο διάλογο έχει τεθεί από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά ένα ζήτημα με ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα: η φερόμενη δημιουργία δύο νέων νατοϊκών στρατηγείων στην Τουρκία, με αποστολή τον επιχειρησιακό έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας και των Στενών, αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση μιας τέτοιας απόφασης από το ΝΑΤΟ. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το θέμα μπορεί να αγνοηθεί. Αντιθέτως, η ίδια η σοβαρότητα των πληροφοριών επιβάλλει ξεκάθαρες απαντήσεις από την ελληνική κυβέρνηση.
Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.
Γνωρίζει η ελληνική κυβέρνηση εάν βρίσκεται σε εξέλιξη μια τέτοια συζήτηση εντός της Συμμαχίας;
Έχει ζητήσει επίσημη ενημέρωση από το ΝΑΤΟ και τις Ηνωμένες Πολιτείες;
Έχει διαμηνύσει ότι οποιαδήποτε επιχειρησιακή αναβάθμιση της Τουρκίας δεν μπορεί να θίγει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ή μήπως η Αθήνα πληροφορείται τις εξελίξεις εκ των υστέρων, ακολουθώντας τις αποφάσεις άλλων;
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Η Τουρκία φιλοξενεί την επόμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ενώ οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δείχνουν να εισέρχονται σε νέα φάση επαναπροσέγγισης. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει να παρουσιάσει τη χώρα του ως αναντικατάστατο στρατηγικό εταίρο της Δύσης, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση, τον πόλεμο στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τις εξελίξεις στη Μαύρη Θάλασσα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν μπορεί να αρκείται στη διαπίστωση ότι αποτελεί «πυλώνα σταθερότητας». Η διπλωματία δεν κρίνεται από τους χαρακτηρισμούς, αλλά από τα αποτελέσματα.
Εάν πράγματι εξετάζεται η δημιουργία νέων νατοϊκών στρατηγείων στην Τουρκία, πρόκειται για μια εξέλιξη που ενισχύει τον γεωστρατηγικό ρόλο της Άγκυρας μέσα στη Συμμαχία. Και κάθε τέτοια μεταβολή οφείλει να αξιολογείται με γνώμονα τις συνέπειες που μπορεί να έχει στις ελληνοτουρκικές ισορροπίες.
Για τον λόγο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να επιλέγει τη σιωπή.
Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει, πριν μεταβεί στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, να απαντήσει δημόσια:
- Υπάρχει ή όχι τέτοια πρόταση στο τραπέζι;
- Ποια είναι η επίσημη ελληνική θέση;
- Έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε επιφύλαξη ή αντίρρηση;
- Ποιες είναι οι ελληνικές «κόκκινες γραμμές» σε μια ενδεχόμενη αναβάθμιση του επιχειρησιακού ρόλου της Τουρκίας;
Δεν πρόκειται για ερωτήματα αντιπολιτευτικής σκοπιμότητας.
Πρόκειται για ζητήματα εθνικής στρατηγικής, τα οποία αφορούν τη θέση της Ελλάδας στη Συμμαχία και την ισορροπία δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή.
Στην εξωτερική πολιτική, η απουσία ενημέρωσης δημιουργεί ανασφάλεια. Η απουσία θέσης δημιουργεί ερωτήματα. Και η παρατεταμένη σιωπή, όταν διακυβεύονται τόσο κρίσιμα ζητήματα, εκλαμβάνεται εύλογα ως έλλειμμα πολιτικής πρωτοβουλίας.
Η ελληνική κοινωνία δεν δικαιούται γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Δικαιούται να γνωρίζει εάν η χώρα συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση των εξελίξεων ή αν περιορίζεται απλώς να τις παρακολουθεί.
Γιατί, στις διεθνείς σχέσεις, η απουσία από τη διαπραγμάτευση δεν σημαίνει ουδετερότητα. Πολύ συχνά σημαίνει ότι άλλοι αποφασίζουν για λογαριασμό σου.
Καθημερινός Παρατηρητής
