Όταν η συμμόρφωση βαφτίζεται «πολιτική πρωτοβουλία» - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Η απόφαση της Ολομέλειας ήταν δεσμευτική και όχι αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης – Οι εκκρεμότητες για χιλιάδες δανειολήπτες παραμένουν ανοιχτές.
Η απόφαση της Ολομέλειας ήταν δεσμευτική και όχι αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης – Οι εκκρεμότητες για χιλιάδες δανειολήπτες παραμένουν ανοιχτές.
Η κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει ως δική της πολιτική επιλογή κάτι που στην πραγματικότητα αποτελούσε υποχρέωσή της απέναντι στη Δικαιοσύνη. Η σημερινή ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών για τη νομοθετική ρύθμιση σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού των οφειλών των δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη (ν. 3869/2010), δεν συνιστά κάποια γενναιόδωρη κυβερνητική πρωτοβουλία. Αποτελεί απλώς συμμόρφωση στην υπ’ αριθμ. 6/2026 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία ήταν δεσμευτική και δεν άφηνε κανένα περιθώριο διαφορετικών ερμηνειών.
Η κυβέρνηση, επί αρκετές ημέρες, επέλεξε να καλλιεργεί σενάρια περί αναζήτησης μιας δήθεν «χρυσής τομής» και ενός «βέλτιστου τρόπου εφαρμογής». Μόνο που δεν υπήρχε καμία χρυσή τομή προς αναζήτηση. Δεν υπάρχει μέση οδός ανάμεσα στην εφαρμογή της νομιμότητας και στην παραβίασή της. Η απόφαση της Ολομέλειας ήταν σαφής: ο νόμιμος εκτοκισμός υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης που όρισε το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού κεφαλαίου, όπως επί χρόνια υποστήριζαν οι πιστωτές.
Χρειάστηκαν οι συνεχείς παρεμβάσεις της αντιπολίτευσης, οι θέσεις των Δικηγορικών Συλλόγων και των ενώσεων καταναλωτών, ώστε η κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις αρχικές υπεκφυγές και να αποδεχθεί το αυτονόητο. Γι’ αυτό και προκαλεί εύλογα ερωτήματα η προσπάθεια του οικονομικού επιτελείου να εμφανίσει ως πολιτική επιτυχία μια πράξη στην οποία ήταν νομικά υποχρεωμένο να προχωρήσει.
Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι η αποκατάσταση της νομιμότητας παραμένει ημιτελής. Χιλιάδες δανειολήπτες είδαν τις δικαστικές ρυθμίσεις τους να καταγγέλλονται, επειδή οι τράπεζες και οι διαχειριστές απαιτήσεων υπολόγιζαν παράνομα τις οφειλές. Οι συνέπειες αυτής της πρακτικής δεν μπορούν να παραμείνουν χωρίς θεραπεία. Οι καταγγελίες που στηρίχθηκαν σε έναν τρόπο υπολογισμού που πλέον κρίθηκε παράνομος οφείλουν να θεωρηθούν αυτοδικαίως άκυρες, με επαναφορά των δικαστικών ρυθμίσεων και δυνατότητα τακτοποίησης των οφειλών που δημιουργήθηκαν στο μεσοδιάστημα.
Η συμμόρφωση στις αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί πολιτική χάρη ούτε επικοινωνιακή επιτυχία. Είναι συνταγματική υποχρέωση. Και όταν μια κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανίσει ως δική της πρωτοβουλία κάτι που της επιβλήθηκε από τον Άρειο Πάγο, τότε δεν μιλάμε για μεταρρύθμιση αλλά για μια ακόμη άσκηση πολιτικού μάρκετινγκ.
Οι δανειολήπτες δεν ζητούν πανηγυρικές ανακοινώσεις. Ζητούν δικαιοσύνη, ασφάλεια δικαίου και ουσιαστική αποκατάσταση των αδικιών που υπέστησαν. Και αυτά δεν χαρίζονται από καμία κυβέρνηση. Επιβάλλονται από τους νόμους και τις αποφάσεις των δικαστηρίων.
Καλωσορίζουμε, λοιπόν, το Υπουργείο Οικονομικών στην οδό της νόμιμης συμμόρφωσης. Έστω και με καθυστέρηση.
