Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Ο Θανάσης Γλαβίνας είπε το αυτονόητο και οι υβριστές απέδειξαν γιατί ήταν αναγκαίο

Η καθαρή στάση απέναντι στον νεοναζισμό δεν είναι κομματική επιλογή· είναι στοιχειώδες δημοκρατικό καθήκον

Η καθαρή στάση απέναντι στον νεοναζισμό δεν είναι κομματική επιλογή· είναι στοιχειώδες δημοκρατικό καθήκον

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική κατά τις οποίες το αυτονόητο αποκτά ιδιαίτερη αξία, ακριβώς επειδή πολλοί επιλέγουν να το ψιθυρίζουν ή να το κρύβουν πίσω από βολικούς συμψηφισμούς. Μία τέτοια στιγμή ήταν η δημόσια τοποθέτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Θανάση Γλαβίνα, όταν ζήτησε να μη μετατρέπεται η ενδεχόμενη αποφυλάκιση και πολιτική δραστηριοποίηση του Ηλία Κασιδιάρη σε τηλεοπτικό θέαμα και δωρεάν διαφημιστική καμπάνια.

Η στάση του αξίζει καθαρή επιδοκιμασία. Όχι επειδή εξέφρασε μια κομματική γραμμή, αλλά επειδή αρνήθηκε να δεχθεί ότι η Δημοκρατία οφείλει να παραχωρεί μικρόφωνο, χρόνο και πολιτική κανονικότητα σε ανθρώπους που έχουν στραφεί εναντίον της.

Ας μη θολώνουμε τις λέξεις. Ο Ηλίας Κασιδιάρης δεν είναι ένας ακόμη «αντισυστημικός» πολιτικός ούτε μια αμφιλεγόμενη φωνή που απλώς ενοχλεί το πολιτικό κατεστημένο. Τον Μάρτιο του 2026 κρίθηκε ένοχος και σε δεύτερο βαθμό για διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, ενώ το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων τού επέβαλε κάθειρξη 13 ετών. Η δικαστική κρίση δεν αφορά ιδεολογικές διαφορές ή σκληρές πολιτικές απόψεις. Αφορά εγκληματική οργάνωση, ιεραρχία, τάγματα εφόδου και μια διαδρομή σημαδεμένη από βία, επιθέσεις και αίμα.

Γι’ αυτό και η παρέμβαση Γλαβίνα είχε σημασία. Έβαλε το όριο εκεί όπου πρέπει να βρίσκεται: ανάμεσα στην ενημέρωση και στην εξοικείωση της κοινωνίας με τον νεοναζισμό. Άλλο η δημοσιογραφική καταγραφή ενός γεγονότος και άλλο η καθημερινή αναπαραγωγή σεναρίων «επιστροφής», η κατασκευή πολιτικού σασπένς και η παρουσίαση ενός καταδικασμένου διευθυντικού στελέχους εγκληματικής οργάνωσης σαν να πρόκειται για έναν ακόμη παίκτη του κομματικού ανταγωνισμού.

Η Δημοκρατία δεν λογοκρίνει όταν αρνείται να λειτουργήσει ως διαφημιστικό γραφείο των εχθρών της. Αντιθέτως, προστατεύει τον δημόσιο χώρο από τη σταδιακή νομιμοποίηση εκείνων που επιχείρησαν να μετατρέψουν το μίσος σε πολιτική μέθοδο και τη βία σε εργαλείο επιβολής.

Οι χυδαίες ύβρεις και οι απειλές που ακολούθησαν σε βάρος του Θανάση Γλαβίνα δεν διαψεύδουν την τοποθέτησή του. Την επιβεβαιώνουν. Αποκαλύπτουν ένα ακροατήριο που, αντί να αντιπαρατίθεται με επιχειρήματα, επιστρέφει αμέσως στη γλώσσα του εκφοβισμού, της απανθρωποποίησης και της προσωπικής στοχοποίησης. Είναι η ίδια πολιτική κουλτούρα που θεωρεί τον τραμπουκισμό δύναμη, τη χυδαιότητα πατριωτισμό και την απειλή δικαίωμα λόγου.

Σε αυτό το ζήτημα δεν χωρούν ίσες αποστάσεις. Η καταδίκη της νεοναζιστικής βίας δεν είναι «διχαστικός λόγος». Δεν είναι υπερβολή ούτε παραταξιακή ευαισθησία. Είναι το ελάχιστο μέτρο δημοκρατικής συνέπειας. Άλλωστε, σε απόφασή του ο Άρειος Πάγος έχει καταγράψει τη βίαιη συμπεριφορά, τη ρητορική μίσους, την παρότρυνση βίας και την προσήλωση του Κασιδιάρη στον εθνικοσοσιαλισμό. Άρειος Πάγος – Απόφαση 95/2023

Ο Θανάσης Γλαβίνας στάθηκε καθαρά, χωρίς μισόλογα και χωρίς να κρυφτεί πίσω από την εύκολη ουδετερότητα. Επισήμανε ότι η δημοσιότητα μπορεί να ενισχύσει φαινόμενα επικίνδυνα για τη Δημοκρατία και ζήτησε υπευθυνότητα από τα μέσα ενημέρωσης. Είπε, δηλαδή, κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί κοινό τόπο για κάθε δύναμη του δημοκρατικού τόξου.

Και τελικά οι υβριστές τού πρόσφεραν την ισχυρότερη επιβεβαίωση. Ο νεοναζισμός μπορεί να αλλάζει ονόματα, λογότυπα και εκλογικά οχήματα, αλλά η γλώσσα του παραμένει ίδια: γλώσσα μίσους, απειλής και εκφοβισμού.

Γι’ αυτό η στάση Γλαβίνα δεν χρειάζεται απλώς μια τυπική δήλωση συμπαράστασης. Χρειάζεται καθαρή πολιτική αναγνώριση. Γιατί απέναντι στον νεοναζισμό η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ο χώρος που του επιτρέπει να επιστρέψει.