Οι διακοπές τελειώνουν, η μάχη για την εξουσία αρχίζει – Το άγχος Μητσοτάκη, ο «άγνωστος Χ» Σαμαράς και ο πόλεμος Τσίπρα–Ανδρουλάκη
Το Μαξίμου βλέπει την αυτοδυναμία να δυσκολεύει, περιμένει τις κινήσεις Σαμαρά και ποντάρει στη ΔΕΘ για πολιτική επανεκκίνηση – Ακρίβεια, ενέργεια και ανοιχτές δικαστικές υποθέσεις βαραίνουν τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ενώ Τσίπρας και Ανδρουλάκης δίνουν τη δική τους μάχη για το ποιος θα γίνει ο πραγματικός αντίπαλος της ΝΔ
Το Μαξίμου βλέπει την αυτοδυναμία να δυσκολεύει, περιμένει τις κινήσεις Σαμαρά και ποντάρει στη ΔΕΘ για πολιτική επανεκκίνηση – Ακρίβεια, ενέργεια και ανοιχτές δικαστικές υποθέσεις βαραίνουν τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ενώ Τσίπρας και Ανδρουλάκης δίνουν τη δική τους μάχη για το ποιος θα γίνει ο πραγματικός αντίπαλος της ΝΔ
Ο Αύγουστος είναι παραδοσιακά ο μήνας που η πολιτική χαμηλώνει ταχύτητα. Φέτος, όμως, πίσω από τις παραλίες, τις οικογενειακές στιγμές και την εικόνα της θερινής ανάπαυλας, εξελίσσεται ίσως η πιο κρίσιμη περίοδος πολιτικών αποφάσεων πριν από τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα Χανιά, ο Νίκος Ανδρουλάκης στη Λέρο και ο Αλέξης Τσίπρας ανάμεσα σε Σούνιο και Κέρκυρα κάνουν τους δικούς τους υπολογισμούς για τον χειμώνα που έρχεται και, κυρίως, για την κάλπη που βρίσκεται στο βάθος του ορίζοντα. Το σημερινό πολιτικό ρεπορτάζ καταγράφει ότι και στα τρία επιτελεία ο Αύγουστος αντιμετωπίζεται ως περίοδος αποφάσεων, πριν από ένα φθινόπωρο πρωτοβουλιών, δημοσκοπήσεων και πιθανών αιφνιδιασμών.
Μόνο που για τον πρωθυπουργό ο γρίφος είναι πλέον πολύ πιο σύνθετος.
Γιατί ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος του Μεγάρου Μαξίμου δεν βρίσκεται αποκλειστικά απέναντι από τη Νέα Δημοκρατία.
Βρίσκεται και στα δεξιά της. Και ακούει στο όνομα Αντώνης Σαμαράς.
Το Μαξίμου δεν φοβάται την πρώτη θέση – φοβάται την αριθμητική της
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιμένει δημόσια ότι οι εθνικές εκλογές θα πραγματοποιηθούν την άνοιξη του 2027, στο τέλος της κυβερνητικής θητείας. Το έχει επαναλάβει πολλές φορές και τον Ιούλιο το διατύπωσε εκ νέου χωρίς αστερίσκους.
Επομένως, το βασικό ερώτημα στο Μαξίμου δεν φαίνεται πλέον να είναι το «πότε».
Είναι το «με τι ποσοστό» και, ακόμη περισσότερο, το «τι γίνεται μετά».
Η τελευταία μέτρηση της Marc πριν από τη θερινή ανάπαυλα έδινε στην εκτίμηση ψήφου 30,8% στη Νέα Δημοκρατία, 16,8% στην ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και 11% στο ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται φυσικά για δημοσκόπηση και όχι για πρόβλεψη εκλογικού αποτελέσματος, αποτυπώνει όμως το βασικό πρόβλημα: η ΝΔ παραμένει στην πρώτη θέση, χωρίς η σημερινή εικόνα να της εξασφαλίζει την πολυπόθητη αυτοδυναμία.
Και κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση στους γαλάζιους διαδρόμους.
Το σημερινό ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» καταγράφει ήδη προβληματισμό για το πιθανό μετεκλογικό σκηνικό και ακόμη και για πιθανούς κυβερνητικούς εταίρους, εφόσον επιβεβαιωθεί η εκτίμηση ότι η αυτοδυναμία δεν μπορεί να επιτευχθεί. Παράλληλα, καταγράφονται σκέψεις για στοχευμένες κυβερνητικές αλλαγές, ακόμη και πριν από τη ΔΕΘ.
Εδώ βρίσκεται η αντίφαση που πρέπει να διαχειριστεί ο πρωθυπουργός μέχρι την κάλπη.
Δημοσίως ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η αυτοδυναμία. Εάν ο Μητσοτάκης ανοίξει από τώρα κουβέντα για συνεργασίες, θα είναι σαν να παραδέχεται ότι ο στόχος χάθηκε πριν ακόμη αρχίσει επισήμως η προεκλογική μάχη.
Στο παρασκήνιο όμως η αριθμητική δεν επιτρέπει πολυτέλειες.
Και γίνεται ακόμη δυσκολότερη εάν στην εκλογική εξίσωση προστεθεί ο Αντώνης Σαμαράς.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να πάρει 10% για να αλλάξει τα πάντα
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει έως σήμερα ανακοινώσει επίσημα νέο κόμμα. Έχει όμως δηλώσει ότι έχει πάρει τις αποφάσεις του και ότι θα τις ανακοινώσει όταν ο ίδιος κρίνει πως πρέπει, ενώ πολιτικά ρεπορτάζ εδώ και εβδομάδες περιγράφουν προετοιμασίες για ένα νέο εγχείρημα και τοποθετούν πιθανές κινήσεις μέσα στο φθινόπωρο.
Για τη Νέα Δημοκρατία αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική απειλή από εκείνη του Τσίπρα ή του ΠΑΣΟΚ.
Ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να απειλήσει την πρώτη θέση της ΝΔ.
Αρκεί να της αφαιρέσει τις μονάδες που μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές για την αυτοδυναμία.
Και οι μετρήσεις δείχνουν ότι η δεξαμενή υπάρχει.
Στη δημοσκόπηση της Interview τον Ιούλιο, το 12% δήλωνε «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να ψηφίσει ένα κόμμα Σαμαρά, ενώ το συνολικό ποσοστό όσων δεν απέρριπταν πλήρως αυτή την επιλογή έφτανε στο 21%. Σε διαφορετική μέτρηση της GPO η άμεση πρόθεση ψήφου για ένα τέτοιο κόμμα καταγραφόταν στο 4,6%, ενώ το «πολύ πιθανό» έφτανε στο 12,3%. Οι δύο έρευνες χρησιμοποιούν διαφορετικές ερωτήσεις και μεθοδολογίες και δεν πρέπει να μεταφράζονται αυτομάτως σε εκλογικό ποσοστό. Δείχνουν όμως ότι το ενδεχόμενο έχει πολιτική βάση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Το πιο ανησυχητικό για τη ΝΔ είναι η προέλευση αυτού του ακροατηρίου.
Η GPO καταγράφει μεγαλύτερη απήχηση του σεναρίου Σαμαρά σε ψηφοφόρους που προέρχονται από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά επίσης από Ελληνική Λύση και Νίκη.
Για μία ΝΔ που παλεύει για κάθε μονάδα πάνω από το 30%, μια διαρροή ακόμη και λίγων ποσοστιαίων μονάδων από την παραδοσιακή δεξιά βάση μπορεί να μετατρέψει την απόσταση από την αυτοδυναμία σε χάσμα.
Και τότε ο Αντώνης Σαμαράς δεν θα χρειάζεται να κερδίσει τις εκλογές.
Θα αρκεί να έχει συμβάλει ώστε να μην μπορεί να τις κερδίσει αυτοδύναμα ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τη δημόσια προσπάθεια κυβερνητικών στελεχών να υποβαθμίσουν το θέμα, το ενδεχόμενο νέου κόμματος αποτελεί βασικό αντικείμενο συζήτησης στο γαλάζιο παρασκήνιο.
Η πολιτική μέγγενη: δεξιά ή Κέντρο;
Υπάρχει και κάτι ακόμη.
Η πιθανή κάθοδος Σαμαρά βάζει τον Μητσοτάκη μπροστά σε ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.
Εάν επιχειρήσει να επαναπατρίσει το παραδοσιακό δεξιό ακροατήριο υιοθετώντας σκληρότερη γραμμή σε ζητήματα ταυτότητας, μεταναστευτικού ή εθνικών θεμάτων, κινδυνεύει να δυσκολέψει τη σχέση του με το Κέντρο.
Εάν, αντίθετα, συνεχίσει τη στρατηγική διεύρυνσης προς τους κεντρώους και τους παλαιούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, αφήνει περισσότερο χώρο στα δεξιά του.
Το ίδιο το κυβερνητικό ρεπορτάζ δείχνει ότι ο Μητσοτάκης εξακολουθεί να κοιτά προς «πράσινους» ψηφοφόρους, επενδύοντας κυρίως στο επιχείρημα της σταθερότητας και μιας κυβέρνησης «χωρίς παζάρια».
Άρα η μάχη της ΝΔ είναι πλέον διμέτωπη:να μην αιμορραγήσει προς τα δεξιά και ταυτόχρονα να παραμείνει κυρίαρχη στο Κέντρο.
Καθόλου εύκολο.
Ο πιο δύσκολος αντίπαλος όμως βρίσκεται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ
Υπάρχει όμως ένας αντίπαλος πολύ ισχυρότερος από οποιονδήποτε πολιτικό αρχηγό.
Η καθημερινότητα.
Ο πληθωρισμός τον Ιούλιο υποχώρησε στο 3,4% από 4,4% τον Ιούνιο, όμως πίσω από τον γενικό δείκτη οι πιέσεις σε στέγαση, ενέργεια, καύσιμα και βασικά αγαθά παρέμειναν αισθητές. Ενδεικτικά, οι ετήσιες αυξήσεις που κατέγραψε η ΕΛΣΤΑΤ περιλάμβαναν 14,3% στο μοσχάρι, 12,4% σε αρνί και κατσίκι και 9,6% στα αλίπαστα ψάρια.
Για το κυβερνητικό επιτελείο αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από μια τηλεοπτική αντιπαράθεση.
Διότι ο πολίτης δεν ψηφίζει τον πληθωρισμό ως ποσοστό.
Τον συναντά στο σούπερ μάρκετ.
Στο ενοίκιο.
Στο πρατήριο.
Στον λογαριασμό του ρεύματος.
Και όταν το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται, η συζήτηση περί ανάπτυξης και δημοσιονομικής επιτυχίας δύσκολα μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτικό κέρδος.
Το ρεύμα ξαναμπαίνει στην εξίσωση
Η ενέργεια αποτελεί ξεχωριστό πονοκέφαλο.
Στα πράσινα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας η μέση χρέωση για τον Αύγουστο διαμορφώθηκε, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς στις αρχές του μήνα, στα 18,8 λεπτά ανά kWh από 17,4 λεπτά τον Ιούλιο, ενώ η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας είχε αυξηθεί τον Ιούλιο κατά περίπου 18% σε σχέση με τον Ιούνιο.
Αυτό όμως ακριβώς δείχνει πόσο εύθραυστος είναι ο κυβερνητικός σχεδιασμός.
Μια νέα ενεργειακή αναταραχή μέσα στο φθινόπωρο ή τον χειμώνα μπορεί να αφαιρέσει δημοσιονομικό χώρο, να αναγκάσει την κυβέρνηση να επιστρέψει σε παρεμβάσεις στήριξης και, κυρίως, να αναζωπυρώσει την ακρίβεια σε μια στιγμή κατά την οποία το Μαξίμου θα θέλει να μιλά για αυξήσεις εισοδημάτων και φοροελαφρύνσεις.
Η ΔΕΘ ως τελευταία μεγάλη ευκαιρία
Γι' αυτό και η φετινή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος.
Στο κυβερνητικό τραπέζι βρίσκεται πακέτο παρεμβάσεων που προσεγγίζει τα 1,9 δισ. ευρώ, με φορολογικές ελαφρύνσεις, ασφαλιστικές παρεμβάσεις, αυξήσεις εισοδημάτων και μέτρα για το στεγαστικό, χωρίς πάντως να αναμένεται να ενεργοποιηθούν όλα τα μέτρα ταυτόχρονα.
Το θέμα όμως δεν είναι πλέον μόνο πόσα θα ανακοινωθούν.
Είναι εάν θα γίνουν αισθητά.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της ΔΕΘ.
Η κυβέρνηση χρειάζεται πολιτική επανεκκίνηση, αλλά κυρίως χρειάζεται κοινωνική επανεκκίνηση. Χρειάζεται ο πολίτης να αισθανθεί πριν από την κάλπη ότι το πραγματικό του εισόδημα βελτιώνεται.
Διαφορετικά, ακόμα και ένα μεγάλο πακέτο μπορεί να χαθεί μέσα στην καθημερινότητα.
Και πάνω από το τραπέζι παραμένουν οι σκιές των υποθέσεων
Υπάρχει και ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας.
Οι ανοιχτές δικαστικές και πολιτικές υποθέσεις.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει ήδη οδηγήσει σε ποινικές διώξεις, μεταξύ άλλων σε βάρος τεσσάρων βουλευτών της ΝΔ, οι οποίοι αρνούνται τις κατηγορίες και θα κριθούν από τη Δικαιοσύνη.
Το πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι και ο χρόνος.
Σύμφωνα με το σημερινό ρεπορτάζ, οι υποθέσεις των τεσσάρων βουλευτών αναμένεται να εκδικαστούν τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο, ενώ τον Δεκέμβριο αναμένεται το εφετείο για την υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων.
Δηλαδή ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση θα επιχειρεί να αλλάξει ατζέντα μετά τη ΔΕΘ.
Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη πολιτική δυσκολία για το Μαξίμου.
Να προσπαθεί να χτίσει το αφήγημα της επόμενης τετραετίας, ενώ υποθέσεις της προηγούμενης περιόδου επιστρέφουν στην επικαιρότητα.
Ο Τσίπρας δεν χρειάζεται ακόμη να νικήσει τον Μητσοτάκη
Στην απέναντι πλευρά, το παιχνίδι του Αλέξη Τσίπρα είναι διαφορετικό.
Ο πρώτος του στόχος δεν είναι ακόμη να γίνει πρώτο κόμμα.
Είναι να καταστεί αδιαμφισβήτητος δεύτερος πόλος.
Οι τελευταίες μετρήσεις τον βοηθούν. Η Marc έδινε στην ΕΛΑΣ 16,8% στην εκτίμηση ψήφου, ενώ η Interview την κατέγραφε στο 15,8% στην πρόθεση ψήφου, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνα με το σημερινό ρεπορτάζ, στο επιτελείο Τσίπρα ο επόμενος στόχος είναι μια νέα δημοσκοπική ώθηση μετά τη ΔΕΘ και η προσέγγιση ή υπέρβαση του 20% πριν από το 2027. Ταυτόχρονα, όμως, η ΕΛΑΣ πρέπει να λύσει οργανωτικά προβλήματα και κυρίως το στρατηγικό δίλημμα της επέκτασης προς το Κέντρο χωρίς να αποξενώσει το αριστερό της ακροατήριο.
Εάν ο Τσίπρας καταφέρει να σταθεροποιηθεί πάνω από το ΠΑΣΟΚ και να μειώσει την απόσταση από τη ΝΔ, τότε θα επιχειρήσει το επόμενο βήμα:
να μετατρέψει την εκλογική αναμέτρηση από πολυκομματική σε προσωπική σύγκρουση.
Μητσοτάκης ή Τσίπρας.
Και σε μια τέτοια περίπτωση, η πίεση προς το ΠΑΣΟΚ θα γίνει ασφυκτική.
Ο Ανδρουλάκης δίνει μάχη πολιτικής επιβίωσης
Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, λοιπόν, η κατάσταση είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολη.
Το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάζεται απλώς να αυξήσει τα ποσοστά του.
Πρέπει να εμποδίσει την παγίωση μιας εικόνας στην οποία ο Τσίπρας είναι ο μοναδικός εναλλακτικός πόλος απέναντι στον Μητσοτάκη.
Στην Interview το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στο 10,1%, μόλις 1,2 μονάδες μπροστά από την Ελληνική Λύση, ενώ στη Marc καταγραφόταν στο 11% στην εκτίμηση ψήφου.
Το σημερινό ρεπορτάζ αποτυπώνει καθαρά την αγωνία στη Χαριλάου Τρικούπη: ο βασικός στόχος είναι το κόμμα να παραμείνει μέσα στη μάχη ενός ενδεχόμενου νέου δικομματισμού ή τουλάχιστον η απόσταση μεταξύ δεύτερης και τρίτης θέσης να μην είναι τέτοια που να αναδεικνύει αδιαμφισβήτητο νικητή.
Διότι αν το ΠΑΣΟΚ βρεθεί καθαρά τρίτο, τότε την επόμενη ημέρα θα ανοίξουν δύο συζητήσεις.
Η πρώτη θα αφορά τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Η δεύτερη θα αφορά το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας.
Και το ίδιο το πολιτικό ρεπορτάζ επισημαίνει ότι, σε ένα τέτοιο σενάριο, οι πιέσεις για συνεργασία με στόχο την αποφυγή δεύτερης κάλπης θα μπορούσαν να τεθούν με πολύ μεγαλύτερη ένταση, παρά τις σημερινές αποφάσεις του κόμματος.
Και τελικά, ποιος πολεμά ποιον;
Αν απομακρυνθούμε λίγο από τις καθημερινές δηλώσεις, η εικόνα γίνεται ενδιαφέρουσα.
Ο Μητσοτάκης δεν πολεμά μόνο τον Τσίπρα και τον Ανδρουλάκη.
Πολεμά τον Σαμαρά στα δεξιά του.
Πολεμά την ακρίβεια στην κοινωνία.
Πολεμά την ενεργειακή αβεβαιότητα.
Και επιχειρεί να αφήσει πίσω υποθέσεις που επανέρχονται στον πιο κρίσιμο πολιτικό χρόνο.
Ο Τσίπρας δεν πολεμά ακόμη πρωτίστως τον Μητσοτάκη.
Πολεμά τον Ανδρουλάκη για να κατοχυρώσει ότι αυτός είναι ο άνθρωπος που μπορεί να κοιτάξει τη ΝΔ στα μάτια.
Ο Ανδρουλάκης, από την άλλη, πολεμά σε δύο μέτωπα: απέναντι στη ΝΔ, αλλά και απέναντι στην προοπτική να συμπιεστεί πολιτικά από την επιστροφή Τσίπρα.
Και ο Σαμαράς;
Εάν τελικά πατήσει το κουμπί, θα μπει σε μια μάχη στην οποία δεν χρειάζεται απαραίτητα να γίνει πρώτος, δεύτερος ή ακόμη και τρίτος για να αποδειχθεί καθοριστικός.
Χρειάζεται απλώς να πάρει αρκετές ψήφους από τη Νέα Δημοκρατία ώστε να αλλάξει τη μετεκλογική αριθμητική.
Το πραγματικό θρίλερ αρχίζει το βράδυ των εκλογών
Γι' αυτό ίσως κάνουμε λάθος όταν κοιτάζουμε μόνο ποιος θα τερματίσει πρώτος.
Με τα σημερινά δεδομένα, το μεγάλο ερώτημα είναι διαφορετικό:
θα υπάρχει κυβέρνηση το βράδυ της πρώτης κάλπης;
Εάν η ΝΔ είναι πρώτη αλλά χωρίς αυτοδυναμία, η ΕΛΑΣ δεύτερη, το ΠΑΣΟΚ τρίτο και ένα κόμμα Σαμαρά βρίσκεται εντός Βουλής, τότε το πολιτικό σύστημα θα μπει σε αχαρτογράφητη περιοχή.
Τότε θα δοκιμαστούν όλες οι σημερινές κόκκινες γραμμές.
Τότε θα αρχίσουν τα τηλέφωνα.
Τότε θα αποκτήσουν πραγματικό περιεχόμενο οι λέξεις «σταθερότητα», «συνεργασία», «δεύτερη κάλπη» και «κυβερνησιμότητα».
Και τότε μπορεί να αποδειχθεί ότι η σημαντικότερη μάχη των επόμενων εκλογών δεν ήταν τελικά μεταξύ πρώτου και δεύτερου.
Ήταν για τις λίγες μονάδες που θα καθορίσουν εάν ο πρώτος μπορεί να κυβερνήσει.
Ο Αύγουστος, λοιπόν, μπορεί να μοιάζει ήσυχος.
Στα πολιτικά επιτελεία όμως κανείς δεν κάνει πραγματικά διακοπές.
Για τον Μητσοτάκη το στοίχημα είναι να διατηρήσει την πρωτιά και να ξανακάνει εφικτή την αυτοδυναμία.
Για τον Τσίπρα να μετατρέψει τη δεύτερη θέση σε ρεύμα εξουσίας.
Για τον Ανδρουλάκη να μην επιτρέψει να γραφτεί η νέα πολιτική εποχή χωρίς το ΠΑΣΟΚ σε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Και για τον Σαμαρά, εφόσον τελικά προχωρήσει, ίσως το στοίχημα να είναι διαφορετικό:
να γίνει ο άνθρωπος που δεν θα κερδίσει ο ίδιος την εξουσία, αλλά θα καθορίσει ποιος μπορεί να την έχει.
Οι κάλπες επισήμως απέχουν ακόμη μήνες.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη στηθεί.
