Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Το σπίτι σώθηκε από τη φωτιά. Θα σωθεί και από το fund;

Πίσω από το πικρό χιούμορ μιας γελοιογραφίας κρύβεται μια ολόκληρη Ελλάδα: ένα κράτος που συχνά αποτυγχάνει να προστατεύσει τον πολίτη από την καταστροφή και ένα οικονομικό σύστημα όπου τράπεζες, servicers και funds διαθέτουν δύναμη δυσανάλογη απέναντι στον υπερχρεωμένο άνθρωπο. Και το μεγάλο «κατηγορώ» δεν μπορεί να σταματά στις τράπεζες. Πρέπει να φτάνει μέχρι εκεί όπου γράφονται οι νόμοι και λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Πίσω από το πικρό χιούμορ μιας γελοιογραφίας κρύβεται μια ολόκληρη Ελλάδα: ένα κράτος που συχνά αποτυγχάνει να προστατεύσει τον πολίτη από την καταστροφή και ένα οικονομικό σύστημα όπου τράπεζες, servicers και funds διαθέτουν δύναμη δυσανάλογη απέναντι στον υπερχρεωμένο άνθρωπο. Και το μεγάλο «κατηγορώ» δεν μπορεί να σταματά στις τράπεζες. Πρέπει να φτάνει μέχρι εκεί όπου γράφονται οι νόμοι και λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Υπάρχουν φορές που μια γελοιογραφία λέει περισσότερα από δεκάδες σελίδες οικονομικών αναλύσεων και κυβερνητικών ανακοινώσεων.

Ένας άνθρωπος κάθεται μέσα στα αποκαΐδια. Γύρω του καμένη γη, κατεστραμμένα σπίτια, δέντρα που έγιναν μαύροι κορμοί. Και λέει πως γλίτωσε από τη φωτιά. Μόνο που του ήρθε μήνυμα από την τράπεζα: «Εκκενώστε το σπίτι».

Γελάς.

Και ύστερα σταματάς να γελάς.

Γιατί πίσω από το χιούμορ κρύβονται δύο από τις μεγαλύτερες πληγές της σημερινής Ελλάδας: η ανεπάρκεια ενός κράτους που πολύ συχνά αποδεικνύεται αδύναμο να προστατεύσει αποτελεσματικά τον πολίτη από την καταστροφή και ένα οικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων διαθέτουν τεράστια ισχύ απέναντι στον άνθρωπο που χρωστά.

Και γι’ αυτό το «κατηγορώ» δεν μπορεί να απευθύνεται μόνο στις τράπεζες.

Απευθύνεται πρωτίστως στην πολιτική εξουσία.

Ποιος έφτιαξε τους κανόνες;

Οι τράπεζες δεν νομοθετούν στη Βουλή.

Τα funds δεν ψηφίζουν νόμους.

Οι servicers δεν αποφασίζουν μόνοι τους ποιο θα είναι το θεσμικό πλαίσιο της χώρας.

Τους κανόνες τούς θεσπίζει η πολιτική.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη, διαχρονική ευθύνη του πολιτικού συστήματος. Μα βρίσκεται και η ιδιαίτερη ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης, η οποία ύστερα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης δεν μπορεί να εμφανίζεται σαν απλός θεατής μιας πραγματικότητας για την οποία διαθέτει και τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.

Όταν ένας πολίτης νιώθει ανίσχυρος απέναντι σε έναν servicer, το ερώτημα δεν είναι μόνο:

«Τι κάνει ο servicer;»

Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι:

Ποιος του επέτρεψε να διαθέτει τέτοια δύναμη και ποιος φρόντισε —ή δεν φρόντισε— να υπάρχει απέναντί του ένα πραγματικό δίχτυ προστασίας για τον αδύναμο;

Δύο Ελλάδες κάτω από την ίδια στέγη

Από τη μία βρίσκεται η Ελλάδα των οικογενειών που μετρούν το κάθε ευρώ στο σούπερ μάρκετ. Που προσπαθούν να πληρώσουν ρεύμα, φόρους, ενοίκια ή δόσεις στεγαστικού. Που φοβούνται το επόμενο τηλεφώνημα, το επόμενο email, την επόμενη ειδοποίηση.

Και από την άλλη υπάρχει ένα τραπεζικό σύστημα που επέστρεψε στην υψηλή κερδοφορία και μια τεράστια αγορά «κόκκινων» δανείων, στην οποία χαρτοφυλάκια απαιτήσεων άλλαξαν χέρια και ο οφειλέτης πολλές φορές βρέθηκε απέναντι σε έναν απρόσωπο μηχανισμό.

Ανάμεσα στις δύο Ελλάδες βρίσκεται η Πολιτεία.

Εκείνη ακριβώς που θα έπρεπε να αποτελεί το ανάχωμα όταν η οικονομική δύναμη του ενός γίνεται συντριπτική απέναντι στην αδυναμία του άλλου.

Δεν ζητά κανείς να χαριστούν συλλήβδην τα χρέη.

Ούτε μπορεί μια σοβαρή κοινωνία να στηριχθεί στη λογική «δανείζομαι και δεν πληρώνω».

Υπάρχει όμως τεράστια απόσταση ανάμεσα στον στρατηγικό κακοπληρωτή και στον άνθρωπο που πλήρωνε για χρόνια και κάποια στιγμή γονάτισε. Από την ανεργία. Από την ακρίβεια. Από τη μείωση των εισοδημάτων. Από μια ασθένεια στην οικογένεια. Από τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις.

Η Πολιτεία οφείλει να μπορεί να τους ξεχωρίσει.

Και κυρίως οφείλει να μην αφήνει τον πραγματικά αδύναμο να συνθλίβεται επειδή απέναντί του βρίσκεται ένας μηχανισμός ασύγκριτα ισχυρότερος.

Και ύστερα έρχεται η φωτιά…

Εδώ η γελοιογραφία γίνεται σχεδόν εφιαλτική.

Ένας άνθρωπος σώζει το σπίτι του από την πυρκαγιά και ύστερα ανακαλύπτει πως μπορεί να το χάσει από τα χρέη.

Αυτή είναι ίσως η απόλυτη τραγική ειρωνεία μιας χώρας όπου ο πολίτης καλείται διαρκώς να είναι «υπεύθυνος», «συνεπής» και «ανθεκτικός».

Να καθαρίσει το οικόπεδό του.

Να ασφαλίσει την περιουσία του.

Να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ.

Να πληρώσει το δάνειο.

Να πληρώσει τους φόρους.

Να πληρώσει τους λογαριασμούς.

Και σωστά.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά της σχέσης.

Πότε θα λογοδοτήσει το ίδιο το κράτος για τις δικές του υποχρεώσεις απέναντι στον πολίτη;

Για την πρόληψη.

Για τις υποδομές.

Για την Πολιτική Προστασία.

Για την ταχύτητα αποκατάστασης των πυρόπληκτων.

Για την προστασία των πραγματικά οικονομικά ευάλωτων.

Για ένα σύστημα ρυθμίσεων που θα δίνει βιώσιμη διέξοδο πριν ο άνθρωπος φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι: στον πλειστηριασμό.

Η απουσία προστασίας είναι και αυτή πολιτική επιλογή

Είναι εύκολο για μια κυβέρνηση να καταγγέλλει κατά καιρούς τις υπερβολές των τραπεζών.

Το δύσκολο είναι να συγκρουστεί πραγματικά με αυτές.

Να θεσπίσει αυστηρούς κανόνες.

Να απαιτήσει βιώσιμες ρυθμίσεις.

Να προστατεύσει αποτελεσματικά τον αποδεδειγμένα ευάλωτο.

Να ελέγξει ουσιαστικά τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.

Να βάλει τον άνθρωπο πριν από τον αριθμό ενός χαρτοφυλακίου.

Εκεί ακριβώς αρχίζει η πολιτική.

Γιατί αγορά χωρίς επαρκείς κανόνες δεν σημαίνει ελευθερία για όλους. Συνήθως σημαίνει μεγαλύτερη ελευθερία για εκείνον που διαθέτει τη μεγαλύτερη οικονομική ισχύ.

Και όταν από τη μία πλευρά υπάρχουν δισεκατομμύρια, νομικά τμήματα, μηχανισμοί είσπραξης και εξειδικευμένα στελέχη και από την άλλη ένας άνθρωπος που προσπαθεί να κρατήσει το σπίτι στο οποίο μεγάλωσε τα παιδιά του, το κράτος δεν δικαιούται να παριστάνει τον ουδέτερο διαιτητή.

Οφείλει να εξασφαλίζει ισορροπία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξής του.

Αυτό είναι το μεγάλο κατηγορώ

Κατηγορώ ένα πολιτικό σύστημα που για χρόνια έμαθε να βλέπει τον πολίτη μέσα από αριθμούς, ποσοστά και excel.

Κατηγορώ κυβερνήσεις που μίλησαν αμέτρητες φορές για «προστασία των ευάλωτων», ενώ οικογένειες εξακολουθούν να κοιμούνται με την αγωνία της επόμενης ειδοποίησης.

Κατηγορώ τη σημερινή κυβέρνηση όταν παρουσιάζει την ευημερία των αριθμών ως ευημερία ολόκληρης της κοινωνίας, την ώρα που για ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας η κατοικία έχει πάψει να αποτελεί αυτονόητη βάση μιας αξιοπρεπούς ζωής και έχει μετατραπεί σε μόνιμη πηγή φόβου.

Και κατηγορώ ένα κράτος που απαιτεί από τον πολίτη να είναι απολύτως συνεπής απέναντί του, ενώ το ίδιο αποδεικνύεται πολύ συχνά ασυνεπές απέναντι στον πολίτη.

Δεν ζητάμε ένα κράτος που θα πληρώνει τα χρέη όλων.

Ζητάμε κάτι πολύ πιο στοιχειώδες.

Ένα κράτος που δεν θα εγκαταλείπει τον αδύναμο μόνο του απέναντι στον ισχυρό.

Γιατί τελικά αυτή είναι η εικόνα που μένει.

Ένας άνθρωπος κάθεται μπροστά στα αποκαΐδια και λέει ανακουφισμένος πως το σπίτι του σώθηκε.

Και λίγο αργότερα μαθαίνει πως ίσως τελικά να μη σωθεί.

Όχι από τη φωτιά.

Από τον πλειστηριασμό.

Και τότε το ερώτημα παύει να είναι οικονομικό.

Γίνεται βαθιά κοινωνικό. Και βαθιά πολιτικό.

Σε ποιον ανήκει τελικά αυτή η Πολιτεία : Στον άνθρωπο που παλεύει καθημερινά να κρατήσει όρθια τη ζωή του ή σε εκείνους που είναι τόσο ισχυροί, ώστε να μη φοβούνται ποτέ ότι θα χάσουν τη δική τους;

Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος