ΕΛΛΑΔΑ

Πρώτοι στην Ευρώπη στους αριθμούς, μετρημένοι στα πύρινα μέτωπα

Η Ελλάδα εμφανίζεται να διαθέτει την υψηλότερη αναλογία επαγγελματιών πυροσβεστών στην ΕΕ. Πίσω από τη στατιστική πρωτιά, όμως, κρύβονται ένα παρωχημένο οργανόγραμμα, λιγότεροι από 9.000 μάχιμοι, προσωπικό πολλών ταχυτήτων και περισσότερα από τρία εκατομμύρια οφειλόμενα ρεπό.

Η Ελλάδα εμφανίζεται να διαθέτει την υψηλότερη αναλογία επαγγελματιών πυροσβεστών στην ΕΕ. Πίσω από τη στατιστική πρωτιά, όμως, κρύβονται ένα παρωχημένο οργανόγραμμα, λιγότεροι από 9.000 μάχιμοι, προσωπικό πολλών ταχυτήτων και περισσότερα από τρία εκατομμύρια οφειλόμενα ρεπό.

Η εικόνα μοιάζει αντιφατική, σχεδόν παράλογη. Η Ελλάδα καταγράφεται από τη Eurostat ως η χώρα με τους περισσότερους επαγγελματίες πυροσβέστες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αναλογικά με το σύνολο των απασχολουμένων. Κι όμως, κάθε φορά που οι φωτιές παίρνουν μεγάλες διαστάσεις, οι ίδιες καταγγελίες επιστρέφουν: ανεπαρκείς δυνάμεις, συνεχείς μετακινήσεις, εξαντλητικές βάρδιες, ανακλήσεις αδειών και πυροσβέστες που επιχειρούν στα όρια της σωματικής αντοχής τους.

Το φετινό καλοκαίρι ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο τις χρόνιες αδυναμίες του συστήματος. Τρεις πυροσβέστες και δύο χειριστές πυροσβεστικού ελικοπτέρου έχασαν τη ζωή τους, εργαζόμενοι στην πρώτη γραμμή. Πίσω από τον βαρύ απολογισμό επανήλθε το ίδιο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να διαθέτουμε, στα χαρτιά, τόσο μεγάλο αριθμό πυροσβεστών, αλλά την κρίσιμη ώρα να μην επαρκούν εκείνοι που επιχειρούν στα μέτωπα;

Η απάντηση βρίσκεται στη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον συνολικό αριθμό του προσωπικού και στην πραγματική επιχειρησιακή δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος.

Άλλους αριθμούς δίνει η Eurostat, άλλους το υπουργείο

Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2025 υπηρετούσαν στην Ελλάδα περίπου 20.500 επαγγελματίες πυροσβέστες. Αντιστοιχούν στο 0,47% του συνόλου των απασχολουμένων, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ωστόσο, προσδιορίζουν τη συνολική δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος κατά την έναρξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου στους 18.804 πυροσβέστες.

Η διαφορά των περίπου 1.700 ατόμων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο συλλέγονται και ταξινομούνται τα στοιχεία. Το ουσιαστικότερο, όμως, δεν είναι ποιος από τους δύο αριθμούς βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Είναι ότι ούτε οι 20.500 ούτε οι 18.804 αντιστοιχούν σε πυροσβέστες διαθέσιμους να βρεθούν άμεσα σε μία δασική πυρκαγιά.

Σύμφωνα με τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους που μίλησαν σε σχετικό ρεπορτάζ του in.gr, λιγότεροι από 9.000 υπηρετούν σε καθαρά μάχιμες θέσεις και επιχειρούν συστηματικά στα μέτωπα.

Η στατιστική πρωτιά, επομένως, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε επιχειρησιακή επάρκεια.

Περισσότερες από 500 δομές για να στελεχωθούν

Οι περίπου 18.800 πυροσβέστες δεν αποτελούν μια ενιαία δύναμη που βρίσκεται καθημερινά στον δρόμο ή στα δάση. Καλούνται να στελεχώσουν περισσότερες από 500 διαφορετικές δομές σε ολόκληρη τη χώρα: πυροσβεστικούς σταθμούς και κλιμάκια, διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες, κέντρα επιχειρήσεων, μονάδες πληροφορικής, αποθήκες, τεχνικές και βοηθητικές υπηρεσίες, καθώς και αεροδρόμια.

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Υπαλλήλων του Πυροσβεστικού Σώματος, Νίκος Λαυράνος, επισημαίνει ότι όλες αυτές οι υπηρεσίες είναι αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία του μηχανισμού. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του ένστολου και εκπαιδευμένου προσωπικού βρίσκεται μακριά από την καθημερινή μάχη της κατάσβεσης.

Πάγιο αίτημα των πυροσβεστών είναι να επανεξεταστεί συνολικά το οργανόγραμμα και ορισμένες διοικητικές θέσεις να καλυφθούν από πολιτικό προσωπικό. Με αυτόν τον τρόπο, πυροσβέστες που σήμερα απασχολούνται σε γραφεία, αν και επιθυμούν να επιστρέψουν στη μάχιμη υπηρεσία, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τους σταθμούς και τα κλιμάκια.

Το οργανόγραμμα του Σώματος θεωρείται πλέον ξεπερασμένο, καθώς σε μεγάλο βαθμό βασίζεται σε δεδομένα προηγούμενων δεκαετιών και δεν ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική κρίση.

Έως 1.000 πυροσβέστες στα αεροδρόμια της Fraport

Μία ακόμη σημαντική παράμετρος αφορά τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport.

Στο πλαίσιο των συμβατικών υποχρεώσεων που έχει αναλάβει το Ελληνικό Δημόσιο απέναντι στη γερμανική εταιρεία, εκτιμάται ότι έως και 1.000 πυροσβέστες υπηρετούν στις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις. Πρόκειται για προσωπικό το οποίο υπολογίζεται στη συνολική δύναμη του Σώματος, αλλά δεν μπορεί να εγκαταλείψει ελεύθερα τη θέση του όταν ξεσπά μία μεγάλη δασική πυρκαγιά στην περιοχή.

Σε συνθήκες αυξημένης επιχειρησιακής ανάγκης ενδέχεται να διατεθούν ένα όχημα ή ένα πλήρωμα, εφόσον το επιτρέπουν οι δυνατότητες της υπηρεσίας του αεροδρομίου. Πρόκειται, όμως, για λύσεις ανάγκης και όχι για σταθερό σχεδιασμό.

Η εικόνα που σχηματίζεται είναι χαρακτηριστική: το προσωπικό υπάρχει στον συνολικό αριθμό, αλλά δεν είναι πάντοτε πραγματικά διαθέσιμο εκεί όπου εκδηλώνεται η πυρκαγιά.

Μόνιμοι, εποχικοί, πενταετείς και «δασοκομάντος»

Στις τάξεις του Πυροσβεστικού Σώματος συνυπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων, με διαφορετικές συμβάσεις, μισθολογικά δεδομένα και δικαιώματα.

Στη συνολική δύναμη περιλαμβάνονται περίπου 2.500 εποχικοί πυροσβέστες οκτάμηνης απασχόλησης, περίπου 1.800 πυροσβέστες πενταετούς υποχρέωσης και σχεδόν 1.450 στελέχη των Ειδικών Μονάδων Δασικών Επιχειρήσεων.

Οι εποχικοί απολύονται κάθε χειμώνα, παρά την εμπειρία και την εκπαίδευση που έχουν αποκτήσει στα πύρινα μέτωπα, για να επαναπροσληφθούν όταν αρχίζει η επόμενη αντιπυρική περίοδος. Οι εκπρόσωποί τους μιλούν για ένα καθεστώς διαρκούς εργασιακής ομηρίας και ζητούν να σταματήσει η πολυδιάσπαση που δυσχεραίνει τη λειτουργία του Σώματος.

Ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Συμβασιούχων Πυροσβεστών, Γιώργος Τζελέπης, θέτει ως βασικό αίτημα την ομογενοποίηση του προσωπικού, ώστε να πάψει η Πυροσβεστική να λειτουργεί με εργαζομένους διαφορετικών ταχυτήτων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εργασιακό. Οι διαφορετικές κατηγορίες, οι προσωρινές συμβάσεις και η αβεβαιότητα επηρεάζουν τον σχεδιασμό, τη στελέχωση και την επιχειρησιακή συνέχεια.

Οι ΕΜΟΔΕ μετακινούνται από φωτιά σε φωτιά

Ιδιαίτερα απαιτητικός είναι ο ρόλος των Ειδικών Μονάδων Δασικών Επιχειρήσεων. Οι περίπου 1.450 εκπαιδευμένοι «δασοκομάντος» υπηρετούν σε 21 μονάδες και μετακινούνται διαρκώς, ανάλογα με το πού εκδηλώνεται κάθε μεγάλη πυρκαγιά.

Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Σωματείου Πυροσβεστών ΕΜΟΔΕ, Άκης Μπαρδάκης, εκτιμά ότι ο αριθμός τους δεν επαρκεί για τις ανάγκες της χώρας. Παρότι οι μονάδες έχουν αποδείξει την αποτελεσματικότητά τους, οι τελευταίες προσλήψεις πραγματοποιήθηκαν το 2024 και αφορούσαν μόλις 137 άτομα.

Η υποστελέχωση μεταφράζεται σε συνεχείς μετακινήσεις, παρατεταμένες επιφυλακές, ανακλήσεις αδειών και υπερεργασία. Αντί να υπάρχει επαρκές προσωπικό κατανεμημένο σε κάθε περιοχή, το σύστημα βασίζεται συχνά στην εξαντλητική μεταφορά των ίδιων δυνάμεων από το ένα μέτωπο στο επόμενο.

Τρία εκατομμύρια ρεπό που δεν δόθηκαν ποτέ

Το μέγεθος της εξάντλησης αποτυπώνεται στα περισσότερα από τρία εκατομμύρια οφειλόμενα ρεπό προς το μόνιμο προσωπικό.

Οι πυροσβέστες περιγράφουν ένα πρόγραμμα στο οποίο ένα συνεχόμενο 24ωρο υπηρεσίας μπορεί να ακολουθείται από επιφυλακή και στη συνέχεια από νέα βάρδια, χωρίς να μεσολαβεί ο προβλεπόμενος χρόνος ανάπαυσης. Σε ακραίες περιπτώσεις, η επιχειρησιακή απασχόληση φτάνει ακόμη και τις 48 ώρες.

Η επιφυλακή δεν αμείβεται αλλά μετατρέπεται σε ρεπό. Μόνο που, εξαιτίας των διαρκών αναγκών, αυτά τα ρεπό συσσωρεύονται και συχνά παραμένουν για χρόνια στα χαρτιά.

Δεν πρόκειται απλώς για παραβίαση εργασιακών δικαιωμάτων. Ένας πυροσβέστης που επιχειρεί εξουθενωμένος, χωρίς ύπνο και επαρκή ανάπαυση, κινδυνεύει περισσότερο και δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε ένα περιβάλλον όπου ένα στιγμιαίο λάθος μπορεί να αποβεί μοιραίο.

Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι υπολογίζουν ότι απαιτούνται άμεσα από 2.500 έως 3.000 νέες προσλήψεις, σε συνδυασμό με μια ουσιαστική ανακατανομή του υπάρχοντος προσωπικού.

Μέσος όρος ηλικίας τα 47 έτη και αποδοχές που δεν ανταποκρίνονται στον κίνδυνο

Η ηλικιακή σύνθεση αποτελεί ακόμη μία σοβαρή παράμετρο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση οι πυροσβέστες άνω των 50 ετών αντιστοιχούν περίπου στο 25% του συνόλου. Στην Ελλάδα, παρά τις τελευταίες προσλήψεις και τις συνταξιοδοτήσεις, ο μέσος όρος ηλικίας παραμένει στα 47 έτη. Μέχρι πρόσφατα βρισκόταν στα 49.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα επάγγελμα που απαιτεί ταχύτητα, αντοχή, σωματική δύναμη και εργασία σε ακραίες θερμοκρασίες, καπνό και επικίνδυνο έδαφος.

Την ίδια στιγμή, οι αποδοχές απέχουν σημαντικά από την επικινδυνότητα και την ευθύνη του επαγγέλματος. Ενδεικτική είναι η περίπτωση πυροσβέστη με τρία παιδιά και 25 χρόνια υπηρεσίας, ο οποίος λαμβάνει περίπου 1.250 ευρώ τον μήνα. Κατά τους θερινούς μήνες, με νυχτερινά και εκτός έδρας, οι αποδοχές του μπορεί να προσεγγίσουν τα 1.500 ευρώ.

Η στατιστική πρωτιά δεν σβήνει τις φωτιές

Η Ελλάδα, λοιπόν, δεν στερείται απλώς πυροσβεστών. Στερείται ενός σύγχρονου σχεδίου που θα αξιοποιεί σωστά το διαθέσιμο προσωπικό, θα ενισχύει τις μάχιμες υπηρεσίες και θα κατανέμει τις δυνάμεις με βάση τις πραγματικές ανάγκες κάθε περιοχής.

Η κυβέρνηση επικαλείται τον συνολικό αριθμό των 18.800 πυροσβεστών ως απόδειξη ενίσχυσης της Πολιτικής Προστασίας. Η πραγματικότητα στα πύρινα μέτωπα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη και σαφώς λιγότερο αισιόδοξη.

Όταν λιγότεροι από τους μισούς βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, όταν οι εποχικοί απολύονται κάθε χειμώνα, όταν οι ΕΜΟΔΕ μετακινούνται αδιάκοπα από φωτιά σε φωτιά και όταν οφείλονται περισσότερα από τρία εκατομμύρια ρεπό, η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε έναν εντυπωσιακό ευρωπαϊκό πίνακα.

Οι στατιστικές μπορούν να δημιουργούν πρωτιές. Δεν μπορούν, όμως, να σβήσουν φωτιές.

Αυτό απαιτεί επαρκές μάχιμο προσωπικό, σύγχρονο οργανόγραμμα, σταθερές εργασιακές σχέσεις, αξιοπρεπείς αποδοχές και έναν σχεδιασμό που δεν θα στηρίζεται κάθε καλοκαίρι στην αυτοθυσία και την εξάντληση των ίδιων ανθρώπων.