Με τυμπανοκρουσίες και βαρύγδουπες διαβεβαιώσεις περί «αυστηρών ελέγχων» υποδέχθηκε η κυβέρνηση τις εισαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων από τις χώρες της Mercosur. Μόνο που η πραγματικότητα ήρθε να γκρεμίσει το επικοινωνιακό αφήγημα με τρόπο εκκωφαντικό.
Την ίδια στιγμή που ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης διαβεβαίωνε δημοσίως πως «θα τους ταράξουμε στους ελέγχους», τα πρώτα εισαγόμενα κοτόπουλα που έφταναν στην Ελλάδα από χώρες της Mercosur εντοπίζονταν μολυσμένα με σαλμονέλα.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πολιτικό και υγειονομικό ζήτημα.
Γιατί δεν μιλάμε απλώς για μια αστοχία. Μιλάμε για μια υπόθεση που αποκαλύπτει το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές δηλώσεις και στην πραγματική δυνατότητα του κράτους να προστατεύσει τη δημόσια υγεία και τον Έλληνα καταναλωτή.
Σύμφωνα με όσα καταγγέλθηκαν από εκπροσώπους των γεωτεχνικών υπηρεσιών, περίπου το 80% των πρώτων παρτίδων κατεψυγμένων κοτόπουλων από τη Βραζιλία βρέθηκαν θετικά σε σαλμονέλα και επεστράφησαν. Το γεγονός αυτό από μόνο του προκαλεί σοκ. Όχι μόνο για την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά για την έκταση του.
Διότι όταν οι πρώτες παρτίδες εμφανίζουν τέτοιο ποσοστό επιμόλυνσης, το ερώτημα που προκύπτει είναι αμείλικτο:
Πόσα φορτία δεν ελέγχονται ποτέ;
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να μιλά για «σαρωτικούς ελέγχους», όμως οι ίδιοι οι εργαζόμενοι και οι επιστημονικοί φορείς παραδέχονται ότι οι έλεγχοι είναι δειγματοληπτικοί και περιορισμένοι, καθώς οι υπηρεσίες είναι δραματικά υποστελεχωμένες.
Κτηνιατρικές υπηρεσίες με προσωπικό κάτω από το 40% των οργανικών θέσεων καλούνται να διαχειριστούν έναν τεράστιο όγκο εισαγωγών τροφίμων από τρίτες χώρες. Δηλαδή, το κράτος ανοίγει διάπλατα την αγορά σε προϊόντα εκτός Ε.Ε., αλλά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν σχεδόν στα όρια της κατάρρευσης.
Και εδώ δεν μιλάμε για μια θεωρητική απειλή.
Η σαλμονέλα δεν είναι «λεπτομέρεια». Είναι σοβαρός κίνδυνος δημόσιας υγείας. Προκαλεί τροφικές δηλητηριάσεις, σοβαρές επιπλοκές και σε ευπαθείς ομάδες μπορεί να αποβεί ακόμη και επικίνδυνη για τη ζωή.
Όμως αντί η κυβέρνηση να δώσει απαντήσεις για το πώς ακριβώς διασφαλίζεται η ασφάλεια τροφίμων, προτιμά τις επικοινωνιακές κορώνες και τις τηλεοπτικές ατάκες περί «σκληρών ελέγχων».
Μόνο που οι αριθμοί και τα γεγονότα είναι αμείλικτα.
Γιατί όταν οι έλεγχοι , όπως καταγγέλλεται ,πραγματοποιούνται σε ένα μικρό μόνο ποσοστό των εισαγωγών, τότε η φράση «θα τους ταράξουμε στους ελέγχους» μετατρέπεται σε πολιτικό ανέκδοτο.
Και το ακόμη πιο εξοργιστικό είναι πως όσοι τολμούν να θέσουν εύλογα ερωτήματα αντιμετωπίζονται περίπου ως «υπερβολικοί» ή «λαϊκιστές».
Δηλαδή τι ακριβώς πρέπει να περιμένει η κοινωνία για να ανησυχήσει;
Να φτάσουν μολυσμένα προϊόντα στην κατανάλωση;
Να υπάρξει υγειονομικό περιστατικό μεγάλης έκτασης;
Ή μήπως αρκεί πλέον μια κυβερνητική δήλωση για να θεωρείται ότι όλα λειτουργούν άψογα;
Η υπόθεση της Mercosur επαναφέρει με βίαιο τρόπο στο προσκήνιο και μια άλλη μεγάλη αλήθεια που συστηματικά αποκρύπτεται:
Η Ελλάδα και συνολικά η Ευρώπη οδηγούνται σε μια πολιτική μαζικών εισαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων από χώρες με διαφορετικά – και συχνά χαμηλότερα, πρότυπα παραγωγής και ελέγχων, ενώ την ίδια στιγμή οι Έλληνες παραγωγοί ασφυκτιούν από το κόστος, τις υποχρεώσεις και τον αθέμιτο ανταγωνισμό.
Και τελικά ο καταναλωτής βρίσκεται διπλά εκτεθειμένος:
από τη μία στην υποβάθμιση της ποιότητας και της ασφάλειας των τροφίμων και από την άλλη στη διάλυση της εγχώριας παραγωγής.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν εντοπίστηκαν τα συγκεκριμένα φορτία.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει σήμερα ένα κράτος ικανό να ελέγξει ουσιαστικά αυτό που εισέρχεται στη χώρα.
Γιατί οι δηλώσεις περί «αυστηρών ελέγχων» είναι εύκολες.
Οι πραγματικοί έλεγχοι όμως απαιτούν προσωπικό, υποδομές, πολιτική βούληση και κυρίως σοβαρότητα.
Και δυστυχώς, η υπόθεση με τα κοτόπουλα της Mercosur δείχνει ότι από όλα αυτά περισσεύουν μόνο οι δηλώσεις.