Υποκλοπές: Ποιοι ήταν οι «εθνικοί λόγοι» για την παρακολούθηση οικονομικού εισαγγελέα;
Ένας λειτουργός της Δικαιοσύνης. Ένας άνθρωπος που χειριζόταν υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος, διαφθοράς και ισχυρών συμφερόντων. Όχι κάποιος ύποπτος για κατασκοπεία. Όχι κάποιος που απειλούσε την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Ένας λειτουργός της Δικαιοσύνης. Ένας άνθρωπος που χειριζόταν υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος, διαφθοράς και ισχυρών συμφερόντων. Όχι κάποιος ύποπτος για κατασκοπεία. Όχι κάποιος που απειλούσε την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή γίνεται πιο εκκωφαντική από τις ίδιες τις αποκαλύψεις. Και η υπόθεση των υποκλοπών είναι μία από αυτές.
Γιατί, πέρα από τα πολιτικά παιχνίδια, τις επικοινωνιακές υπεκφυγές και τις γνωστές κυβερνητικές δικαιολογίες περί «νόμιμων επισυνδέσεων», παραμένει ένα ερώτημα βαρύ, θεσμικό και βαθιά ανησυχητικό:
Ποιοι ακριβώς ήταν οι «εθνικοί λόγοι» για τους οποίους παρακολουθείτο οικονομικός εισαγγελέας;
Ένας λειτουργός της Δικαιοσύνης. Ένας άνθρωπος που χειριζόταν υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος, διαφθοράς και ισχυρών συμφερόντων. Όχι κάποιος ύποπτος για κατασκοπεία. Όχι κάποιος που απειλούσε την εθνική ασφάλεια της χώρας.
Κι όμως, σε μια Δημοκρατία που υποτίθεται ότι σέβεται τη διάκριση των εξουσιών, φτάσαμε στο σημείο να χρησιμοποιείται ο όρος «εθνικοί λόγοι» σαν μια αόριστη, βολική και σκοτεινή κουρτίνα πίσω από την οποία μπορούν να κρύβονται τα πάντα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η μεγάλη θεσμική απορία.
Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να τοποθετηθεί ουσιαστικά για αυτό το θέμα;
Να ζητήσει εξηγήσεις;Να υπερασπιστεί εμπράκτως την ανεξαρτησία των λειτουργών της Δικαιοσύνης;
Να απαιτήσει να μάθει αν στην Ελλάδα παρακολουθούνταν εισαγγελικοί λειτουργοί επειδή ενδεχομένως ενοχλούσαν πολιτικά ή οικονομικά κέντρα εξουσίας;
Διότι αν ακόμη και ένας οικονομικός εισαγγελέας μπορεί να τεθεί υπό παρακολούθηση με επίκληση ενός αόριστου «εθνικού κινδύνου», τότε το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη Δικαιοσύνη. Αφορά συνολικά τη Δημοκρατία.
Γιατί η επίκληση του απορρήτου δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο θεσμικής ασυδοσίας. Δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο καταφύγιο κάθε εξουσίας που αρνείται να λογοδοτήσει.
Και όσο οι απαντήσεις δεν δίνονται, όσο οι θεσμοί σιωπούν και όσο οι ευθύνες διαχέονται μέσα σε μια ομίχλη «νόμιμων διαδικασιών», τόσο παγιώνεται στην κοινωνία η πεποίθηση ότι οι παρακολουθήσεις δεν είχαν ως στόχο την προστασία της χώρας, αλλά την προστασία της εξουσίας.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο συμπέρασμα απ’ όλα.