ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων: η κραυγή μιας καθαρίστριας που εκθέτει το σύστημα

Δεν είναι μια ακόμη είδηση της επικαιρότητας. Είναι μια ιστορία που επιστρέφει, επίμονη και ενοχλητική, για να μας θυμίσει κάτι που πολλοί προσπαθούν να ξεχάσουν: ότι στην Ελλάδα, η Δικαιοσύνη δεν βιώνεται πάντα ως ίδια για όλους.

Δεν είναι μια ακόμη είδηση της επικαιρότητας. Είναι μια ιστορία που επιστρέφει, επίμονη και ενοχλητική, για να μας θυμίσει κάτι που πολλοί προσπαθούν να ξεχάσουν: ότι στην Ελλάδα, η Δικαιοσύνη δεν βιώνεται πάντα ως ίδια για όλους.

Η πρώην καθαρίστρια από τον Βόλο, που κάποτε βρέθηκε αντιμέτωπη με βαριές κακουργηματικές κατηγορίες για ένα πλαστό απολυτήριο δημοτικού, δεν μιλά σήμερα ως κατηγορούμενη. Μιλά ως σύμβολο μιας σκληρής πραγματικότητας. Μια γυναίκα που εργάστηκε σχεδόν είκοσι χρόνια για να συντηρήσει την οικογένειά της, που παραδέχθηκε το λάθος της, που δικάστηκε, που φυλακίστηκε έστω και για λίγες ημέρες, που στιγματίστηκε και τελικά χρειάστηκε να φτάσει μέχρι τον Άρειο Πάγο για να δικαιωθεί, επειδή  δεν υπήρξε ζημία για το Δημόσιο.

Και σήμερα, με αφορμή την υπόθεση του Μακάριου Λαζαρίδη, επαναφέρει με ωμό τρόπο ένα ερώτημα που δεν απαντιέται με νομικούς όρους αλλά με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης: πώς γίνεται για πράξεις που αγγίζουν τον ίδιο πυρήνα ,την αξιοπιστία των στοιχείων και τη σχέση με το Δημόσιο,άλλοι να οδηγούνται σε κακουργηματικές διώξεις και άλλοι να αντιμετωπίζονται με διαφορετική επιείκεια;

Ναι, οι υποθέσεις δεν είναι ταυτόσημες. Ναι, κάθε περίπτωση έχει τις ιδιαιτερότητές της. Όμως η κοινωνία δεν λειτουργεί με νομικές υποσημειώσεις. Βλέπει την εικόνα. Και η εικόνα που διαμορφώνεται εδώ και χρόνια είναι γνώριμη: αυστηρότητα χωρίς όρια για τους αδύναμους, ερμηνείες και “γκρίζες ζώνες” για τους ισχυρούς.

Εκεί βρίσκεται και η ουσία της παρέμβασης αυτής της γυναίκας. Δεν ζητά χάρη. Δεν ζητά εκδίκηση. Ζητά ισονομία. Ζητά να μην υπάρχουν δύο διαφορετικά μέτρα απονομής δικαίου, ένα για εκείνους που δεν έχουν πρόσβαση σε μηχανισμούς εξουσίας και ένα για εκείνους που βρίσκονται εντός τους.

Η φράση της είναι απλή, σχεδόν παιδικά καθαρή, αλλά γι’ αυτό ακριβώς και αφοπλιστική: «Δεν μπορώ να πάω εγώ για κακούργημα και ο άλλος για πλημμέλημα». Σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται όλη η δυσπιστία μιας κοινωνίας που κουράστηκε να βλέπει τη Δικαιοσύνη όχι μόνο να απονέμεται, αλλά και να μοιάζει άνιση.

Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν η Δικαιοσύνη είναι δίκαιη. Είναι αν πείθει ότι είναι δίκαιη. Και σε μια χώρα όπου μια καθαρίστρια κουβαλά ακόμη το βάρος μιας καταδίκης που ανατράπηκε χρόνια μετά, ενώ πολιτικά πρόσωπα αντιμετωπίζονται με διαφορετικούς όρους, το χάσμα αυτό δεν κλείνει με ανακοινώσεις. Κλείνει μόνο με πράξεις.

Μέχρι τότε, τέτοιες φωνές θα επιστρέφουν. Και θα υπενθυμίζουν ότι η ισονομία δεν είναι νομικός όρος. Είναι το τελευταίο καταφύγιο της κοινωνικής εμπιστοσύνης.