ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σπουδές, προσόντα, όνειρα… και μια πόλη που σε κάνει να φεύγεις

Όταν η ανοχή γίνεται καθεστώς και οι νέοι παίρνουν τον δρόμο της φυγής

Όταν η ανοχή γίνεται καθεστώς και οι νέοι παίρνουν τον δρόμο της φυγής

Υπάρχουν στιγμές που ένας τόπος δεν αποκαλύπτεται από τα μεγάλα γεγονότα, αλλά από το πώς αντιδρά  ή, καλύτερα, από το πώς δεν αντιδρά. Η υπόθεση που αφορά το πτυχίο του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης θα μπορούσε να αποτελέσει μια τέτοια στιγμή για τις Σέρρες. Όχι μόνο για το ίδιο το ζήτημα, αλλά για όσα αυτό συμβολίζει.

Και όμως, στις Σέρρες δεν άνοιξε ουσιαστικά καμία συζήτηση. Καμία απαίτηση για απαντήσεις, καμία διάθεση ελέγχου, καμία πραγματική πολιτική πίεση. Αντίθετα, επικράτησε η γνώριμη, σχεδόν μηχανική αντίδραση: σιωπή, υποβάθμιση, αδιαφορία. Οι τοπικοί κομματικοί μηχανισμοί λειτούργησαν σαν φίλτρο απορρόφησης κραδασμών, τα «πηγαδάκια» έσπευσαν να κλείσουν το θέμα με το βολικό «δεν έγινε και τίποτα» και η κοινωνία, κουρασμένη ή συμβιβασμένη, έδειξε να το προσπερνά.

Γιατί; Γιατί «είναι δικός μας». Γιατί «μπορεί να χρειαστεί». Γιατί «δεν συμφέρει να ανοίξουμε μέτωπα».

Αυτή η λογική δεν είναι απλώς προβληματική. Είναι καταστροφική.

Είναι η ίδια συντηριτική  λογική που εδώ και χρόνια κρατά τον τόπο καθηλωμένο. Που μετατρέπει την πολιτική σε πεδίο εξυπηρετήσεων και τη δημόσια ζωή σε έναν διαρκή συμβιβασμό με τη μετριότητα. Είναι η λογική που ακυρώνει κάθε έννοια αξιοκρατίας και τελικά διαμορφώνει ένα περιβάλλον όπου το «λίγο» παρουσιάζεται ως αρκετό.

Η παρακμή δεν είναι σύμπτωση ,είναι επιλογή

Οι Σέρρες δεν βρέθηκαν τυχαία σε αυτή την κατάσταση. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου αδράνειας, λάθος προτεραιοτήτων και πολιτικών που δεν σχεδιάστηκαν ποτέ με ορίζοντα το αύριο.

Ένας νομός με ισχυρό πρωτογενή τομέα, με ανθρώπους της δουλειάς και της παραγωγής, μετατράπηκε σταδιακά σε έναν τόπο που παλεύει να κρατηθεί όρθιος. Η καθημερινότητα το επιβεβαιώνει:

  • χωριά που αδειάζουν και γερνούν
  • επιχειρήσεις που κλείνουν ή δεν ανοίγουν ποτέ
  • νέοι που δεν βρίσκουν ούτε χώρο ούτε λόγο να μείνουν
  • μια τοπική οικονομία που ασφυκτιά και μια κοινωνία που συνηθίζει στο «όσο πάει»

Και την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση εξαντλείται σε εικόνες, παρουσίες και επικοινωνιακά πυροτεχνήματα.

Οι νέοι δεν φεύγουν , απομακρύνονται

Το πιο σκληρό αποτύπωμα αυτής της κατάστασης είναι η φυγή των νέων. Όχι ως επιλογή καριέρας, αλλά ως μονόδρομος.

Οι Σέρρες χάνουν καθημερινά ανθρώπους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της επόμενης ημέρας. Πτυχιούχοι, επαγγελματίες, άνθρωποι με δεξιότητες, με γνώσεις, με διάθεση να προσφέρουν. Άνθρωποι που επένδυσαν στον εαυτό τους, αλλά δεν βρήκαν ποτέ έναν τόπο να επενδύσει σε αυτούς.

Αντί για ευκαιρίες, συνάντησαν κλειστές πόρτες.
Αντί για αξιολόγηση, συνάντησαν «γνωριμίες».
Αντί για προοπτική, συνάντησαν αδιέξοδο.

Και έτσι φεύγουν.

Όχι μόνο για να ζήσουν καλύτερα. Αλλά για να μπορέσουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Για να πάψουν να αισθάνονται «περιττοί» στον ίδιο τους τον τόπο.

Η κοινωνία που ανέχεται, χάνει

Η ουσία δεν βρίσκεται μόνο στο πολιτικό προσωπικό. Βρίσκεται και στη συλλογική στάση. Σε μια κοινωνία που έμαθε να αντέχει τα πάντα, να συγχωρεί τα πάντα, να ξεχνά γρήγορα και να απαιτεί ελάχιστα.

Όταν δεν ζητάς το αυτονόητο, θα σου προσφέρουν το ελάχιστο.
Όταν δεν ελέγχεις, θα σε αγνοούν.
Όταν συμβιβάζεσαι, θα σε θεωρούν δεδομένο.

Η υπόθεση που απασχόλησε την επικαιρότητα δεν είναι παρά ένας καθρέφτης. Και ο καθρέφτης αυτός δείχνει έναν τόπο που έχει πάψει να διεκδικεί.

Πόσο ακόμα;

Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι υπαρξιακό για τις Σέρρες.

Πόσο ακόμη θα θεωρείται φυσιολογικό να φεύγουν οι νέοι;
Πόσο ακόμη θα βαφτίζεται «ρεαλισμός» η υποχώρηση;
Πόσο ακόμη θα καλύπτονται τα προβλήματα κάτω από το χαλί της τοπικής συναλλαγής;

Γιατί κάποια στιγμή, αυτός ο τόπος δεν θα έχει άλλους να χάσει.

Και τότε δεν θα φταίνε ούτε οι συγκυρίες, ούτε «οι άλλοι».Θα φταίει η σιωπή.


Πασχάλης Θ. Τόσιος
Για τον Καθημερινό Παρατηρητή