ΕΛ.Α.Σ.: «Η ακρίβεια έχει υπογραφή Μητσοτάκη» – Παρουσίασε δέσμη μέτρων για την προστασία των νοικοκυριών
Η Ενωτική Λαϊκή Συσπείρωση παρουσιάζει στοιχεία για την εκτόξευση των τιμών, καταγγέλλει κυβερνητική αδράνεια απέναντι στην αισχροκέρδεια και προτείνει άμεσα μέτρα για την ανακούφιση των πολιτών.
Η Ενωτική Λαϊκή Συσπείρωση παρουσιάζει στοιχεία για την εκτόξευση των τιμών, καταγγέλλει κυβερνητική αδράνεια απέναντι στην αισχροκέρδεια και προτείνει άμεσα μέτρα για την ανακούφιση των πολιτών.
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πληγή για τα ελληνικά νοικοκυριά και ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ενωτική Λαϊκή Συσπείρωση (ΕΛ.Α.Σ.) εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι η συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα διεθνών εξελίξεων, αλλά και συνέπεια συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Με κεντρικό σύνθημα ότι «στον καιρό της ακρίβειας ένα πράγμα είναι φθηνό: οι δικαιολογίες της κυβέρνησης», η ΕΛ.Α.Σ. αμφισβητεί το κυβερνητικό αφήγημα που αποδίδει τις ανατιμήσεις αποκλειστικά στον πόλεμο, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση έχει αποτύχει να αντιμετωπίσει φαινόμενα κερδοσκοπίας, εναρμονισμένων πρακτικών και ολιγοπωλιακών συμπεριφορών, επιτρέποντας σε ισχυρά οικονομικά συμφέροντα να αυξάνουν τα κέρδη τους εις βάρος της κοινωνίας.
Τη θέση αυτή ανέπτυξε και η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.Α.Σ., Θεώνη Κουφονικολάκου, μέσα από ειδική διαδικτυακή παρέμβαση με τίτλο «Το καλάθι δεν βγαίνει», παρουσιάζοντας στοιχεία για την πορεία των τιμών και τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παραμένει σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων έχουν μετατραπεί σε μόνιμο βάρος για εκατομμύρια οικογένειες. Η ΕΛ.Α.Σ. επισημαίνει ότι από το 2020 έως το 2024 οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά περίπου 32%, ενώ σε βασικά αγαθά οι ανατιμήσεις είναι ακόμη πιο έντονες.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική στη σύγκριση με το 2019. Το γάλα και το ψωμί καταγράφουν αυξήσεις που αγγίζουν το 60%, ο καφές και το μοσχάρι ξεπερνούν το 70%, ενώ το ελαιόλαδο έχει υπερδιπλασιάσει την τιμή του. Πρόκειται για προϊόντα που αποτελούν βασικά στοιχεία της καθημερινής διατροφής και των οποίων η επιβάρυνση επηρεάζει άμεσα το οικογενειακό εισόδημα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο επιχείρημα της κυβέρνησης περί αύξησης των μισθών. Η ΕΛ.Α.Σ. υποστηρίζει ότι οι ονομαστικές αυξήσεις δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν το κύμα ανατιμήσεων, σημειώνοντας ότι η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών έχει υποχωρήσει. Όπως επισημαίνει, με τον βασικό μισθό του 2019 ένας εργαζόμενος μπορούσε να αγοράσει περισσότερες ποσότητες βασικών αγαθών απ’ ό,τι σήμερα, παρά τις αυξήσεις που έχουν μεσολαβήσει.
Η κριτική επεκτείνεται και στη σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η ΕΛ.Α.Σ. τονίζει ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να αμείβονται με μισθούς σημαντικά χαμηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ταυτόχρονα πληρώνουν ακριβότερα αρκετά βασικά προϊόντα και υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ανάλυσή της, είναι η διεύρυνση του χάσματος ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και υπόλοιπης Ευρώπης.
Εξίσου ανησυχητική χαρακτηρίζει την κατάσταση στη στέγαση. Η εκτίναξη των ενοικίων τα τελευταία χρόνια έχει μετατρέψει την εύρεση κατοικίας σε οικονομικό γρίφο για χιλιάδες οικογένειες, εργαζόμενους και νέους ανθρώπους, με ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους να κατευθύνεται στην κάλυψη στεγαστικών αναγκών.
Πέρα από την κριτική, η ΕΛ.Α.Σ. παρουσιάζει και ένα πακέτο προτάσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Στα άμεσα μέτρα περιλαμβάνει τη δημιουργία Βασικού Καλαθιού Επισιτιστικής Ασφάλειας, τη μείωση του ΦΠΑ σε βασικά είδη διατροφής, τη λειτουργία Παρατηρητηρίου Τιμών για τρόφιμα, καύσιμα και ενέργεια, την ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και τη διασφάλιση πλήρους διαφάνειας στη διαμόρφωση των τιμών από τον παραγωγό μέχρι το ράφι.
Παράλληλα, προτείνει ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής, περιορισμού της εξάρτησης από εισαγωγές και στήριξης των παραγωγικών συνεταιρισμών, ενώ σε βάθος πενταετίας εισηγείται συνολική αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας με έμφαση στον πρωτογενή τομέα, την αγροδιατροφή και την παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η παρέμβαση της ΕΛ.Α.Σ. έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια εξακολουθεί να κυριαρχεί στις ανησυχίες των πολιτών, παρά τη βελτίωση ορισμένων μακροοικονομικών δεικτών. Και μπορεί οι κυβερνητικές ανακοινώσεις να μιλούν για ανάπτυξη και θετικούς ρυθμούς της οικονομίας, όμως για χιλιάδες νοικοκυριά η πραγματικότητα παραμένει αμείλικτη: κάθε επίσκεψη στο σούπερ μάρκετ, κάθε λογαριασμός και κάθε ενοίκιο υπενθυμίζουν ότι το κόστος της καθημερινότητας εξακολουθεί να αυξάνεται ταχύτερα από τα εισοδήματα.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αναδείξει η ΕΛ.Α.Σ. με την παρέμβασή της, υποστηρίζοντας ότι η ακρίβεια δεν αποτελεί ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια βαθιά κοινωνική και πολιτική πρόκληση που απαιτεί άμεσες και ουσιαστικές παρεμβάσεις.