Η τρίτη θητεία Στουρνάρα και τα βαριά ερωτήματα για τους θεσμούς
Η απόφαση για ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος για τρίτη συνεχόμενη φορά δεν πέρασε απαρατήρητη από το πολιτικό και οικονομικό σκηνικό της χώρας. Αντιθέτως, άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονης συζήτησης γύρω από τα όρια της θεσμικής διάρκειας, την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και τη σχέση εξουσίας – θεσμών στη σύγχρονη Ελλάδα.
Η απόφαση για ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος για τρίτη συνεχόμενη φορά δεν πέρασε απαρατήρητη από το πολιτικό και οικονομικό σκηνικό της χώρας. Αντιθέτως, άνοιξε έναν νέο κύκλο έντονης συζήτησης γύρω από τα όρια της θεσμικής διάρκειας, την ανεξαρτησία των κεντρικών τραπεζών και τη σχέση εξουσίας – θεσμών στη σύγχρονη Ελλάδα.
Ο κ. Στουρνάρας, που βρίσκεται στο «τιμόνι» της Τράπεζας της Ελλάδος από το 2014, οδεύει πλέον προς μια συνολική παραμονή σχεδόν δύο δεκαετιών σε μία από τις πιο κρίσιμες θέσεις της χώρας. Πρόκειται για μια εξαιρετικά μακρά θητεία, η οποία προκαλεί εύλογους προβληματισμούς, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η κοινωνία εμφανίζεται ολοένα και πιο καχύποπτη απέναντι σε φαινόμενα συγκέντρωσης ισχύος και αναπαραγωγής ενός κλειστού συστήματος εξουσίας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αποτελεί θεσμό κομβικής σημασίας για την οικονομική σταθερότητα, τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης στην οικονομία. Ακριβώς γι’ αυτό, η ανεξαρτησία της οφείλει όχι μόνο να υπάρχει, αλλά και να αποτυπώνεται ξεκάθαρα στη δημόσια εικόνα και λειτουργία της.
Ωστόσο, η νέα ανανέωση της θητείας Στουρνάρα έρχεται να συναντήσει και μια πολύ σκληρή κοινωνική πραγματικότητα: επί των ημερών του, οι Έλληνες πολίτες κλήθηκαν να πληρώσουν δισεκατομμύρια ευρώ για τη διάσωση και ανακεφαλαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος, μέσα από αλλεπάλληλα μνημόνια, φορολογική πίεση και δημόσιες επιβαρύνσεις.
Την ίδια ώρα, μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να βιώνει ένα πανάκριβο τραπεζικό περιβάλλον στην καθημερινότητά του. Υψηλές χρεώσεις για βασικές συναλλαγές, αυξημένα επιτόκια δανεισμού, περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση για μικρές επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και μια διαρκής αίσθηση ότι οι τράπεζες λειτουργούν περισσότερο υπέρ των ισχυρών και λιγότερο υπέρ της πραγματικής οικονομίας, συνθέτουν ένα κλίμα βαθιάς κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Δεν είναι λίγοι εκείνοι που σημειώνουν πως, παρά τις τεράστιες θυσίες της κοινωνίας για να διασωθεί το τραπεζικό σύστημα, οι πολίτες δεν είδαν ποτέ αντίστοιχη ανταπόδοση. Αντίθετα, είδαν τις τράπεζες να επιστρέφουν σε υψηλή κερδοφορία, ενώ οι ίδιοι συνεχίζουν να επιβαρύνονται ακόμη και για απλές καθημερινές τραπεζικές υπηρεσίες.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολυετής παραμονή του ίδιου προσώπου στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος αποκτά ακόμη πιο έντονο πολιτικό και κοινωνικό συμβολισμό. Για πολλούς, δεν πρόκειται απλώς για μια επιλογή «συνέχειας», αλλά για τη διατήρηση μιας ολόκληρης οικονομικής και πολιτικής αντίληψης που σημάδεψε την περίοδο των μνημονίων και της τραπεζικής κρίσης.
Παράλληλα, δεν ήταν λίγες οι φορές που πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης αλλά και αναλυτές κατηγόρησαν τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για μια στάση περισσότερο συμβατή με τις κυβερνητικές επιλογές, παρά με τον αυστηρά ανεξάρτητο ρόλο που επιβάλλει η θέση του. Η νέα ανανέωση της θητείας του ενισχύει αυτές τις συζητήσεις και επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα κατά πόσο οι κρίσιμοι θεσμοί λειτουργούν πραγματικά με όρους θεσμικής αυτονομίας ή αν εντάσσονται σε μια ευρύτερη λογική πολιτικών ισορροπιών.
Από την άλλη πλευρά, κυβερνητικές πηγές και οικονομικοί κύκλοι υπερασπίζονται την παραμονή Στουρνάρα, επικαλούμενοι την ανάγκη συνέχειας και σταθερότητας σε ένα περιβάλλον διεθνών οικονομικών αβεβαιοτήτων, υψηλού πληθωρισμού και γεωπολιτικών πιέσεων. Υποστηρίζουν ότι η εμπειρία και η διεθνής παρουσία του αποτελούν παράγοντες αξιοπιστίας για τη χώρα και τις αγορές.
Παρά τα επιχειρήματα αυτά, η πολιτική και θεσμική συζήτηση που ανοίγει παραμένει βαθιά. Γιατί σε κάθε δημοκρατία, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα, αλλά και το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία: αν δηλαδή οι θεσμοί ανανεώνονται, λογοδοτούν και λειτουργούν με διαφάνεια ή αν σταδιακά μετατρέπονται σε πεδία μακροχρόνιας αναπαραγωγής ισχύος.
Η υπόθεση Στουρνάρα, ανεξαρτήτως πολιτικής οπτικής, επαναφέρει με ένταση αυτό ακριβώς το ερώτημα.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
Καθημερινός Παρατηρητής