ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ιδιωτικά πανεπιστήμια: Η απόφαση του ΣτΕ που εκθέτει κυβέρνηση και Υπουργείο Παιδείας

Το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα του θεσμού, ακύρωσε όμως τρεις άδειες και τα προγράμματα σπουδών τους, αποκαλύπτοντας ελλιπείς ελέγχους, υπόνοια μεροληψίας και ασαφή κριτήρια πιστοποίησης

Το Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα του θεσμού, ακύρωσε όμως τρεις άδειες και τα προγράμματα σπουδών τους, αποκαλύπτοντας ελλιπείς ελέγχους, υπόνοια μεροληψίας και ασαφή κριτήρια πιστοποίησης

Ηχηρό θεσμικό και πολιτικό ράπισμα για το Υπουργείο Παιδείας και την κυβέρνηση αποτελούν οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι άδειες λειτουργίας και οι πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών τριών μη κρατικών πανεπιστημιακών παραρτημάτων.

Οι αποφάσεις 1167 έως 1172/2026 του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ, σε επταμελή σύνθεση, αφορούν τα CITY College – University of York, Keele University και Anatolia College. Το Δικαστήριο εντόπισε σοβαρές πλημμέλειες στους κτιριακούς ελέγχους, στη σύνθεση επιτροπής αξιολόγησης και στα κριτήρια με τα οποία πιστοποιήθηκαν τα προγράμματα σπουδών.

Η ουσία των αποφάσεων δεν βρίσκεται μόνο στην ακύρωση τριών αδειών. Βρίσκεται στο γεγονός ότι μια μεταρρύθμιση την οποία η κυβέρνηση παρουσίασε ως εμβληματική και αυστηρά θωρακισμένη εφαρμόστηκε μέσα από διαδικασίες που, σύμφωνα με το ΣτΕ, δεν παρείχαν τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις.

Άλλο η συνταγματικότητα, άλλο η κυβερνητική επάρκεια

Το ΣτΕ επανέλαβε όσα είχε κρίνει η Ολομέλειά του με τις αποφάσεις 1919 και 1920/2025: ότι το Σύνταγμα δεν απαγορεύει την ίδρυση και λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Ελλάδα, εφόσον προέρχονται από κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από χώρα συμβεβλημένη στη συμφωνία GATS και λειτουργούν βάσει ειδικού νόμου.

Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν ακύρωσε συνολικά τον θεσμό των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης ούτε έκρινε αντισυνταγματικό τον νόμο 5094/2024.

Η συγκεκριμένη παραδοχή, όμως, δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από τις ευθύνες της. Αντίθετα, κάνει ακόμη πιο εμφανές το πρόβλημα: ο θεσμός μπορεί να κρίθηκε συνταγματικά επιτρεπτός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε αποδείχθηκε διοικητικά και θεσμικά ανεπαρκής.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν μπορούν να λειτουργήσουν παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων. Είναι εάν το κράτος διαθέτει τους μηχανισμούς, τα κριτήρια και την αξιοπιστία για να ελέγξει ότι λειτουργούν με όρους ποιότητας, διαφάνειας και αμεροληψίας.

Και σε αυτό ακριβώς το πεδίο η κυβέρνηση δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα.

Άδειες χωρίς ολοκληρωμένη επιβεβαίωση των κτιριακών όρων

Με τις αποφάσεις 1167 και 1169/2026 ακυρώθηκαν δύο πράξεις του υφυπουργού Παιδείας για τη χορήγηση αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας.

Ο ΕΟΠΠΕΠ, ο οποίος είχε την αρμοδιότητα να ελέγξει την καταλληλότητα των κτιριακών υποδομών, είχε πραγματοποιήσει επιτόπιους ελέγχους και είχε ζητήσει συγκεκριμένες προσαρμογές και πρόσθετα στοιχεία. Δεν διαπιστώθηκε, όμως, εγκαίρως εάν τα παραρτήματα συμμορφώθηκαν με αυτές τις υποδείξεις.

Η απαιτούμενη συμμόρφωση δεν είχε επιβεβαιωθεί ούτε μέχρι τη συζήτηση των υποθέσεων στο ακροατήριο του ΣτΕ. Παρ’ όλα αυτά, οι υπουργικές άδειες είχαν ήδη χορηγηθεί.

Δεν πρόκειται για μια αμελητέα γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Η καταλληλότητα των εγκαταστάσεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ασφαλή και νόμιμη λειτουργία ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος. Όταν το κράτος αδειοδοτεί έναν εκπαιδευτικό φορέα χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η επιβεβαίωση της συμμόρφωσής του, το πρόβλημα αγγίζει τον πυρήνα της αξιοπιστίας της διαδικασίας.

Αξιολόγηση υπό τη σκιά μεροληψίας

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα που ανέδειξε η απόφαση 1171/2026. Η σχετική άδεια είχε στηριχθεί σε σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, η οποία εκδόθηκε έπειτα από έκθεση Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης.

Το ΣτΕ διαπίστωσε ότι μέλος της επιτροπής είχε σχέση με τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα. Η σχέση αυτή μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας, κατά παράβαση του άρθρου 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Το Δικαστήριο δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι υπήρξε πράγματι ευνοϊκή μεταχείριση. Σε μια διαδικασία αξιολόγησης τέτοιας σημασίας αρκεί και μόνο η εύλογη υπόνοια ότι ένα μέλος δεν διαθέτει την απαιτούμενη ανεξαρτησία.

Πρόκειται για καίριο θεσμικό ζήτημα. Η ακαδημαϊκή αξιολόγηση δεν μπορεί να αφήνει ούτε σκιά σύγκρουσης συμφερόντων. Η ευθύνη για τη σύνθεση των επιτροπών, τον έλεγχο των ασυμβίβαστων και τη διασφάλιση της αμεροληψίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τυπική λεπτομέρεια.

Πιστοποίηση προγραμμάτων χωρίς συγκεκριμένα κριτήρια

Με τις αποφάσεις 1168, 1170 και 1172/2026 ακυρώθηκαν και οι πιστοποιήσεις των προγραμμάτων σπουδών. Η ακύρωση ήταν αφενός συνέπεια της ακύρωσης των αντίστοιχων αδειών λειτουργίας, αφετέρου όμως στηρίχθηκε και σε ένα αυτοτελές, εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα.

Το ΣτΕ έκρινε ότι τα στοιχεία του Παραρτήματος της απόφασης 48136/17.12.2024 της ΕΘΑΑΕ δεν αποτελούσαν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως απαιτούν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις του νόμου 5094/2024.

Με απλά λόγια, τα προγράμματα σπουδών πιστοποιήθηκαν χωρίς να έχει προηγουμένως διαμορφωθεί ένα επαρκώς σαφές και μετρήσιμο πλαίσιο αξιολόγησης.

Αυτό δεν αποτελεί μια «τεχνική ατέλεια», όπως επιχειρείται να παρουσιαστεί. Τα συγκεκριμένα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια αποτελούν την καρδιά κάθε αξιόπιστης διαδικασίας πιστοποίησης. Χωρίς αυτά, δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς με σαφήνεια τι ακριβώς αξιολογείται, με ποιο μέτρο συγκρίνονται τα προγράμματα και ποιες ελάχιστες προδιαγραφές πρέπει να πληρούν.

Το ίδιο το σκεπτικό του ΣτΕ δείχνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε ένα έγγραφο που δεν εκδόθηκε εγκαίρως. Αγγίζει συνολικά την ποιότητα, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του μηχανισμού αδειοδότησης.

Η κυβερνητική προσπάθεια υποβάθμισης της απόφασης

Το Υπουργείο Παιδείας υποστήριξε ότι οι πλημμέλειες αφορούν «επιμέρους ζητήματα διοικητικής διαδικασίας» και όχι τον ίδιο τον νόμο. Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι θα γίνουν όλες οι αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης και διαβεβαίωσε πως «δεν θα χαθεί το ακαδημαϊκό έτος» για κανέναν φοιτητή. 

Η κυβερνητική αυτή γραμμή, όμως, δεν απαντά στην ουσία. Οι πράξεις που ακυρώθηκαν ήταν πράξεις του υφυπουργού Παιδείας. Οι άδειες εκδόθηκαν υπό την πολιτική εποπτεία του υπουργείου και στο πλαίσιο μιας μεταρρύθμισης που η ίδια η κυβέρνηση σχεδίασε, νομοθέτησε και προέβαλε.

Η ΕΘΑΑΕ και ο ΕΟΠΠΕΠ διαθέτουν διακριτές αρμοδιότητες. Αυτό, όμως, δεν εξαφανίζει την πολιτική ευθύνη για τη συνολική λειτουργία του συστήματος. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει γιατί χορηγήθηκαν άδειες πριν επιβεβαιωθεί η συμμόρφωση στις κτιριακές παρατηρήσεις, πώς επελέγη μέλος επιτροπής που είχε σχέση με αξιολογούμενο φορέα και γιατί πιστοποιήθηκαν προγράμματα χωρίς συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια.

Ράπισμα για την προχειρότητα, όχι για τον ίδιο τον θεσμό

Οι αποφάσεις του ΣτΕ δεν αποτελούν δικαστική κατάργηση των μη κρατικών πανεπιστημίων. Αποτελούν, όμως, σαφή καταδίκη του τρόπου με τον οποίο η κυβέρνηση επιχείρησε να θέσει σε εφαρμογή μία από τις πλέον προβεβλημένες μεταρρυθμίσεις της.

Η βιασύνη να εμφανιστούν άμεσα αποτελέσματα φαίνεται ότι προηγήθηκε της θεσμικής θωράκισης. Οι αναγκαίοι έλεγχοι δεν ολοκληρώθηκαν, η αμεροληψία της αξιολόγησης δεν διασφαλίστηκε και τα κριτήρια πιστοποίησης δεν εξειδικεύθηκαν επαρκώς. Παρ’ όλα αυτά, οι άδειες δόθηκαν και φοιτητές κλήθηκαν να εμπιστευθούν το νέο σύστημα.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ηχηρό ράπισμα προς το Υπουργείο Παιδείας και την κυβέρνηση. Όχι επειδή το ΣτΕ απέρριψε τη δυνατότητα λειτουργίας παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων, αλλά επειδή αποκάλυψε ότι πίσω από τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί «αυστηρού πλαισίου» υπήρχαν σοβαρά κενά ελέγχου, αξιολόγησης και πιστοποίησης.

Η Παιδεία, δημόσια ή μη κρατική, δεν μπορεί να λειτουργεί με εκπτώσεις στη νομιμότητα και στην ποιότητα. Και όταν οι θεσμικές εγγυήσεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς, η πολιτική ευθύνη δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τις υπογραφές επιτροπών και οργανισμών. Το πλήρες σκεπτικό των αποφάσεων αποτυπώνεται στη δημοσιοποιημένη ανακοίνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ