ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ξηλώνουν τα ΑΤΜ από την επαρχία – Τραπεζική ερήμωση πίσω από την «ψηφιακή μετάβαση»

Κλείνουν καταστήματα, απομακρύνουν μηχανήματα και αφήνουν ολόκληρες περιοχές χωρίς εύκολη πρόσβαση στα μετρητά – Η περιφέρεια πληρώνει ξανά το τίμημα της «εξοικονόμησης κόστους»

Κλείνουν καταστήματα, απομακρύνουν μηχανήματα και αφήνουν ολόκληρες περιοχές χωρίς εύκολη πρόσβαση στα μετρητά – Η περιφέρεια πληρώνει ξανά το τίμημα της «εξοικονόμησης κόστους»

Υπάρχει μια πλευρά της τραπεζικής «μετάβασης» που δεν χωρά εύκολα στις παρουσιάσεις περί ψηφιακού εκσυγχρονισμού.

Είναι η εικόνα ενός ηλικιωμένου που πρέπει να διανύσει δεκάδες χιλιόμετρα για να πάρει τη σύνταξή του. Ενός αγρότη που αναζητά το κοντινότερο ΑΤΜ. Ενός κατοίκου μικρού χωριού που, για μια απλή ανάληψη, εξαρτάται πλέον από το αυτοκίνητο, από συγγενείς ή από τη δυνατότητα να μετακινηθεί στην πλησιέστερη πόλη.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της τραπεζικής αποψίλωσης της ελληνικής περιφέρειας.

Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες έκλεισαν εκατοντάδες καταστήματα, περιόρισαν τη φυσική τους παρουσία και σε αρκετές περιοχές απομάκρυναν ή αναδιάταξαν ακόμη και ΑΤΜ. Η αιτιολογία είναι σχεδόν πάντα η ίδια: περιορισμένη χρήση, αυξημένο λειτουργικό κόστος, στροφή στις ηλεκτρονικές συναλλαγές.

Μόνο που πίσω από τη γλώσσα των ισολογισμών υπάρχουν κοινωνίες.

Και οι κοινωνίες δεν λειτουργούν με το κριτήριο του κόστους ανά συναλλαγή.

Όταν η πρόσβαση στα δικά σου χρήματα γίνεται… διαδρομή

Για έναν κάτοικο μεγάλου αστικού κέντρου, η απώλεια ενός ΑΤΜ μπορεί να σημαίνει ότι θα περπατήσει μερικά τετράγωνα παραπάνω.

Για έναν κάτοικο χωριού μπορεί να σημαίνει 20, 30 ή και περισσότερα χιλιόμετρα.

Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.

Και αυτήν ακριβώς τη διαφορά φαίνεται να αγνοεί η τραπεζική πολιτική που αντιμετωπίζει με τους ίδιους δείκτες ένα ΑΤΜ στο κέντρο μιας πόλης και ένα ΑΤΜ που εξυπηρετεί δεκάδες απομακρυσμένες κοινότητες.

Δεν είναι μόνο θέμα άνεσης.

Είναι θέμα ισότιμης πρόσβασης σε μια βασική υπηρεσία.

Ο πολίτης δεν ζητά χάρη από την τράπεζα όταν θέλει να κάνει ανάληψη. Ζητά να έχει στοιχειώδη πρόσβαση στα χρήματα που ο ίδιος έχει καταθέσει.

Η περίπτωση που αποκαλύπτει το πρόβλημα

Η υπόθεση του Δελβινακίου Ιωαννίνων είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική.

Το μοναδικό ΑΤΜ απομακρύνθηκε, προκαλώντας αντιδράσεις στην τοπική κοινωνία. Για να επιστρέψει και να παραμείνει σε λειτουργία, χρειάστηκε παρέμβαση του Δήμου, παραχώρηση χώρου και κάλυψη λειτουργικών εξόδων.

Η εικόνα μιλά από μόνη της.

Μια τοπική κοινωνία φτάνει να αναλαμβάνει κόστος για να διατηρήσει μια στοιχειώδη τραπεζική υποδομή, την ώρα που οι ίδιες οι τράπεζες καταγράφουν υψηλή κερδοφορία και συστηματικά περιορίζουν το φυσικό τους δίκτυο.

Και όταν το θέμα τίθεται θεσμικά, η απάντηση παραμένει ψυχρή: η εγκατάσταση ή απομάκρυνση ενός ΑΤΜ εντάσσεται στην επιχειρηματική πολιτική κάθε τράπεζας.

Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.

Η πρόσβαση των πολιτών στα χρήματά τους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως παράμετρος επιχειρηματικής απόδοσης.

Σχεδόν τα μισά τραπεζικά καταστήματα χάθηκαν

Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη μεταβολή με τρόπο αμείλικτο.

Το 2014 λειτουργούσαν στην Ελλάδα 2.688 τραπεζικά καταστήματα.

Το 2024 είχαν απομείνει 1.383.

Μέσα σε μία δεκαετία, σχεδόν το μισό φυσικό τραπεζικό δίκτυο εξαφανίστηκε.

Και αυτή η συρρίκνωση δεν είχε παντού το ίδιο βάρος.

Για μια μεγάλη πόλη σημαίνει συνήθως λιγότερα καταστήματα.

Για την περιφέρεια σημαίνει πολλές φορές πλήρη απουσία.

Σημαίνει ότι ο ηλικιωμένος πρέπει να μετακινηθεί. Ότι ο επαγγελματίας πρέπει να χάσει χρόνο. Ότι ο αγρότης πρέπει να φύγει από το χωριό του για μια απλή συναλλαγή.

Η τραπεζική εξυπηρέτηση, από βασική υποδομή, μετατρέπεται σταδιακά σε προνόμιο γεωγραφικής εγγύτητας.

Το cashback δεν είναι τράπεζα

Ως λύση προβάλλεται όλο και περισσότερο η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από εμπορικά καταστήματα.

Η λογική είναι απλή: δεν υπάρχει ΑΤΜ; Θα μπορεί ο πολίτης να πάρει μετρητά από ένα κατάστημα.

Μόνο που ένα μίνι μάρκετ, ένα πρατήριο ή ένα κατάστημα λιανικής δεν είναι τραπεζικό κατάστημα.

Δεν είναι υποχρεωμένο να διαθέτει την υπηρεσία.

Δεν είναι βέβαιο ότι θα έχει πάντοτε επαρκή μετρητά.

Και ασφαλώς δεν μπορεί να υποκαταστήσει το σύνολο των τραπεζικών συναλλαγών.

Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει επισημάνει ότι τέτοιες λύσεις μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, όχι ως πραγματικό υποκατάστατο των ΑΤΜ και της φυσικής τραπεζικής παρουσίας.Το αυτονόητο, δηλαδή.

Δεν μπορεί η πρόσβαση ενός πολίτη στις καταθέσεις του να εξαρτάται από το αν το κατάστημα του χωριού διαθέτει αρκετά χαρτονομίσματα στο ταμείο.

Η «ψηφιακή μετάβαση» δεν είναι για όλους το ίδιο πράγμα

Βεβαίως οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αυξάνονται.

Βεβαίως το mobile banking, οι κάρτες και οι ψηφιακές πληρωμές αποτελούν μέρος της σύγχρονης οικονομίας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι πολίτες έχουν την ίδια δυνατότητα να ακολουθήσουν.

Υπάρχουν ηλικιωμένοι που δεν χρησιμοποιούν smartphone.

Υπάρχουν πολίτες χωρίς ψηφιακές δεξιότητες.

Υπάρχουν περιοχές με μεγαλύτερη εξάρτηση από τα μετρητά.

Υπάρχουν επαγγελματικές και κοινωνικές ανάγκες που δεν καλύπτονται αποκλειστικά μέσω μιας εφαρμογής.

Η τεχνολογία είναι πρόοδος όταν διευρύνει τις επιλογές.

Όταν χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να καταργηθεί η μοναδική διαθέσιμη επιλογή, παύει να είναι πρόοδος.

Γίνεται αποκλεισμός.

Κέρδη για τις τράπεζες, χιλιόμετρα για τον πολίτη

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική αντίφαση.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν επιστρέψει σε ιδιαίτερα ισχυρή κερδοφορία.

Την ίδια ώρα περιορίζουν προσωπικό, καταστήματα και φυσική εξυπηρέτηση.

Ο πελάτης καλείται να κάνει μόνος του ολοένα περισσότερες συναλλαγές.

Η τράπεζα μειώνει το λειτουργικό της κόστος.

Ο πολίτης, όμως, αναλαμβάνει το κόστος της απόστασης, της μετακίνησης και της ταλαιπωρίας.

Με απλά λόγια:

η τράπεζα εξοικονομεί και η περιφέρεια πληρώνει.

Αυτό δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ουδέτερη τεχνολογική εξέλιξη.

Είναι συγκεκριμένη επιχειρηματική επιλογή με συγκεκριμένο κοινωνικό αποτύπωμα.

Πού είναι η Πολιτεία;

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις τράπεζες.

Αφορά και την Πολιτεία.

Δεν αρκεί η απάντηση ότι οι τράπεζες είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις και αποφασίζουν με εμπορικά κριτήρια.

Το τραπεζικό σύστημα επιτελεί μια κρίσιμη λειτουργία για την οικονομία και την καθημερινότητα.

Και όταν η καθαρή λογική του κέρδους οδηγεί ολόκληρες περιοχές σε τραπεζική ερημοποίηση, τότε η Πολιτεία οφείλει να θέσει κανόνες.

Χρειάζεται ένα ελάχιστο εγγυημένο επίπεδο πρόσβασης σε μετρητά και βασικές τραπεζικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα για τις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές.

Με γεωγραφικά κριτήρια.

Με πληθυσμιακά κριτήρια.

Με πραγματικές ανάγκες.

Όχι μόνο με τον αριθμό συναλλαγών που καταγράφει ένα μηχάνημα.

Το ερώτημα αφορά άμεσα και τις Σέρρες

Σε έναν νομό όπως οι Σέρρες, με έντονα αγροτικό χαρακτήρα, δεκάδες χωριά, μεγάλες αποστάσεις και σημαντικό ποσοστό ηλικιωμένων κατοίκων, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα.

Και τα ερωτήματα πρέπει πλέον να τεθούν συγκεκριμένα:

Πόσα τραπεζικά καταστήματα λειτουργούσαν στον Νομό Σερρών πριν από μία δεκαετία και πόσα λειτουργούν σήμερα;

Πόσα ΑΤΜ έχουν απομείνει στα χωριά και στις μικρές κωμοπόλεις;

Ποιες περιοχές έχουν χάσει τραπεζική παρουσία;

Και κυρίως:

πόσα χιλιόμετρα πρέπει να διανύσει σήμερα ένας κάτοικος ενός σερραϊκού χωριού για να έχει πρόσβαση στα ίδια του τα χρήματα;

Αυτή είναι η πραγματική μέτρηση της τραπεζικής εξυπηρέτησης.

Όχι μόνο πόσα ΑΤΜ υπάρχουν συνολικά στη χώρα, αλλά πού βρίσκονται και ποιους πραγματικά εξυπηρετούν.

Η περιφέρεια δεν είναι αριθμός σε έναν ισολογισμό

Το ζήτημα τελικά ξεπερνά τα ΑΤΜ.

Γιατί όταν κλείνει η τράπεζα, όταν φεύγει το ΑΤΜ, όταν περιορίζεται το ταχυδρομείο, όταν απομακρύνονται δημόσιες υπηρεσίες, κάθε τέτοια απόφαση προσθέτει ακόμη ένα μικρό βάρος στην καθημερινότητα της περιφέρειας.

Και τα μικρά βάρη, όταν συσσωρεύονται, γίνονται λόγος εγκατάλειψης.

Δεν μπορεί λοιπόν από τη μία η Πολιτεία να μιλά για αποκέντρωση, δημογραφική ανασυγκρότηση και στήριξη της υπαίθρου και από την άλλη να αποδέχεται ως φυσιολογικό το ξήλωμα βασικών υπηρεσιών από τα χωριά.

Οι κάτοικοι της επαρχίας δεν ζητούν προνόμια.

Ζητούν ισοτιμία.

Ζητούν να μπορούν να ζουν στον τόπο τους χωρίς κάθε απλή συναλλαγή να μετατρέπεται σε μετακίνηση.

Και, κυρίως, ζητούν κάτι αυτονόητο:

να έχουν πρόσβαση στα δικά τους χρήματα.

Αν ακόμη και αυτό θεωρείται πλέον «κόστος» για τις τράπεζες, τότε το πρόβλημα δεν είναι η ψηφιακή μετάβαση.

Το πρόβλημα είναι ότι η περιφέρεια αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως ασύμφορη Ελλάδα.