Ο «αόρατος» φόρος που λυγίζει τα νοικοκυριά – Η ακρίβεια ως εργαλείο δημοσιονομικής επιτυχίας
Πίσω από τις θριαμβευτικές κυβερνητικές ανακοινώσεις για «δημοσιονομική υπεραπόδοση» και «πάταξη της φοροδιαφυγής», κρύβεται μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα που οι αριθμοί των εσόδων τείνουν να ωραιοποιούν: ο φόρος πληθωρισμού.
Πίσω από τις θριαμβευτικές κυβερνητικές ανακοινώσεις για «δημοσιονομική υπεραπόδοση» και «πάταξη της φοροδιαφυγής», κρύβεται μια σκληρή οικονομική πραγματικότητα που οι αριθμοί των εσόδων τείνουν να ωραιοποιούν: ο φόρος πληθωρισμού.
Ενώ η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προτάσσει τη μείωση των μνημονιακών φόρων ως το κλειδί της επιτυχίας, η ανάλυση των στοιχείων δείχνει ότι η γεμάτη κρατική φαρέτρα τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την παραμονή των φορολογικών συντελεστών σταθερών, την ώρα που οι τιμές στα ράφια καλπάζουν.
Η παγίδα της μη τιμαριθμοποίησης
Το επιχείρημα της αντιπολίτευσης, και ιδιαίτερα του ΠΑΣΟΚ, εστιάζει σε μια κρίσιμη λεπτομέρεια: την άρνηση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας.
Σε απλά ελληνικά, όταν ο πληθωρισμός αυξάνει τις τιμές και οδηγεί σε οριακές αυξήσεις μισθών, ο πολίτης συχνά αλλάζει φορολογικό κλίμακιο. Το αποτέλεσμα; Πληρώνει υψηλότερο φόρο εισοδήματος για ένα εισόδημα που έχει στην πραγματικότητα μειωμένη αγοραστική δύναμη. Πρόκειται για μια έμμεση αφαίμαξη που το ΔΝΤ έχει ήδη προτείνει να διορθωθεί, αλλά η Αθήνα προσπερνά.
Ο «Αντίστροφος» φόρος των ευάλωτων
Η πρόσφατη Έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον «επίμονο πληθωρισμό». Η Ελλάδα εμφανίζει μια ανησυχητική ιδιομορφία: ο πληθωρισμός παραμένει σταθερά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, τροφοδοτούμενος από ολιγοπωλιακές δομές σε κρίσιμους κλάδους.
Η επίπτωση αυτής της ακρίβειας είναι βαθιά ασύμμετρη. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακού Προϋπολογισμού:
-
Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δαπανά το 33,5% του εισοδήματός του για διατροφή.
-
Το πλουσιότερο 20% δαπανά μόλις το 12,7%.
Όταν η ακρίβεια χτυπά τα τρόφιμα και τη στέγαση, δεν πλήττει όλους το ίδιο. Πλήττει εκείνους που δεν έχουν «λίπος» να κάψουν.
Στέγαση και επιδοματική πολιτική
Η στεγαστική κρίση αποτελεί πλέον το «μαλακό υπογάστριο» της κοινωνικής συνοχής. Εδώ, η κριτική προς την κυβέρνηση εστιάζει στη μετατροπή της από πολέμιο των επιδομάτων σε κύριο εκφραστή τους.
Αντί για διαρθρωτικές παρεμβάσεις, όπως ένα εκτεταμένο πρόγραμμα κοινωνικών κατοικιών που θα αύξανε την προσφορά, η κυβέρνηση επιλέγει μέτρα που ενισχύουν τη ζήτηση. Οικονομικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι τέτοιου είδους ενισχύσεις συχνά «απορροφώνται» από την αγορά, καταλήγοντας τελικά στις τσέπες των ιδιοκτητών μέσω αυξήσεων στα ενοίκια, αντί να ανακουφίζουν τον ενοικιαστή.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον επιτακτικά είναι: Ποιος πληρώνει τον λογαριασμό; Ενώ η κυβέρνηση διατυμπανίζει τα πρωτογενή υπερπλεονάσματα, η καθημερινότητα των πολιτών δείχνει ότι το μηνιαίο εισόδημα για ένα μέσο νοικοκυριό εξαντλείται πλέον στις 23 ημέρες, ενώ για τους πιο ευάλωτους η «ασφυξία» ξεκινά από την 18η ημέρα.
Η εμμονή σε μια πολιτική που βαφτίζει τη «φορολόγηση μέσω ακρίβειας» ως δημοσιονομική επιτυχία, δημιουργεί ένα εκρηκτικό κοκτέιλ κοινωνικής ανισότητας, το οποίο τα επιδόματα (pass) αδυνατούν πλέον να μετριάσουν.