ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

Ο «Καθημερινός Παρατηρητής» προτείνει: «CIA : Ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα»

Ένα βιβλίο-ντοκουμέντο για τον παρεμβατικό ρόλο των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα – Οι αποκαλύψεις, τα ερωτήματα και η οπτική των συγγραφέων

Ένα βιβλίο-ντοκουμέντο για τον παρεμβατικό ρόλο των αμερικανικών υπηρεσιών στην Ελλάδα – Οι αποκαλύψεις, τα ερωτήματα και η οπτική των συγγραφέων

Υπάρχουν βιβλία που απλώς αφηγούνται την Ιστορία και άλλα που επιχειρούν να ανοίξουν τις κλειστές πόρτες του παρασκηνίου της. Το «CIA – Ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα», των Μάριου Ευρυβιάδη και Μιχάλη Ιγνατίου, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.

Μέσα από αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα, τηλεγραφήματα, υπηρεσιακές αναφορές και μαρτυρίες, το βιβλίο επιχειρεί να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο οι αμερικανικές υπηρεσίες αντιμετώπισαν τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά ταυτόχρονα αποτυπώνει κάτι πολύ ευρύτερο: τον έντονο και κατά περιόδους παρεμβατικό ρόλο που είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι υπηρεσίες πληροφοριών τους στις ελληνικές πολιτικές εξελίξεις.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το σημαντικότερο στοιχείο του βιβλίου.

Δεν πρόκειται μόνο για έναν «φάκελο του Ανδρέα». Πρόκειται για ένα παράθυρο σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα αποτελούσε κρίσιμο κομμάτι του ψυχροπολεμικού σχεδιασμού των ΗΠΑ και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις της χώρας παρακολουθούνταν στην Ουάσιγκτον με ενδιαφέρον που ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της συνηθισμένης διπλωματίας.

Όταν η ελληνική πολιτική γινόταν αντικείμενο αμερικανικών σχεδιασμών

Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν θεωρούνταν από τις αμερικανικές υπηρεσίες ένας ακόμη Έλληνας πολιτικός.

Η κριτική του προς τις ΗΠΑ, η στάση του απέναντι στο ΝΑΤΟ και στις αμερικανικές βάσεις, η τοποθέτησή του στο Κυπριακό και κυρίως η αμφισβήτηση της μεταπολεμικής σχέσης εξάρτησης της Ελλάδας από την Ουάσιγκτον τον μετέτρεπαν σε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος.

Τα έγγραφα που παρουσιάζονται αποκαλύπτουν πόσο συστηματικά οι αμερικανικοί μηχανισμοί επιχειρούσαν να αναλύσουν την προσωπικότητά του, την πολιτική επιρροή του και τις πιθανές συνέπειες μιας ανόδου του στην εξουσία.

Αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Γιατί πίσω από τις εκθέσεις και τις αναλύσεις δεν διακρίνεται απλώς η προσπάθεια μιας ξένης χώρας να κατανοήσει τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Σε αρκετές περιπτώσεις διαφαίνεται η αγωνία για το πώς αυτές οι εξελίξεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα αμερικανικά συμφέροντα και ποια περιθώρια υπήρχαν για τη διατήρησή τους.

Η ελληνική εμπειρία της μεταπολεμικής περιόδου, η δικτατορία, η Μεταπολίτευση και αργότερα η άνοδος του ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν, άλλωστε, να αποκοπούν από το διεθνές περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου και από τη βαρύτητα που απέδιδαν οι ΗΠΑ στην Ελλάδα και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο Ανδρέας ως «πρόβλημα» για την Ουάσιγκτον

Το ενδιαφέρον των αμερικανικών υπηρεσιών για τον Παπανδρέου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την πτώση της δικτατορίας.

Η επιστροφή του το 1974 και η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ δημιουργούν ένα νέο πολιτικό δεδομένο. Ένας πολιτικός χώρος που αρχικά αντιμετωπίζεται από πολλούς ως δύναμη διαμαρτυρίας μετατρέπεται μέσα σε λίγα χρόνια σε μαζικό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα.

Οι αμερικανικές αναλύσεις αντιλαμβάνονται σχετικά νωρίς ότι ο Ανδρέας μπορεί να φτάσει στην εξουσία.

Και τότε το ερώτημα αλλάζει.

Δεν είναι πλέον «ποιος είναι ο Παπανδρέου;», αλλά «τι θα συμβεί εάν ο Παπανδρέου κυβερνήσει την Ελλάδα;»

Οι αμερικανικές βάσεις, το ΝΑΤΟ, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό και συνολικά η θέση της Ελλάδας στο δυτικό στρατόπεδο μπαίνουν στο μικροσκόπιο.

Η μεγάλη εκλογική νίκη της 18ης Οκτωβρίου 1981 επιβεβαιώνει ότι η ανησυχία τους δεν ήταν θεωρητική. Ο πολιτικός που για χρόνια παρακολουθούνταν και αναλυόταν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού βρισκόταν πλέον στο Μέγαρο Μαξίμου.

Οι αποκαλύψεις, αλλά και τα αναγκαία ερωτήματα

Εδώ, όμως, βρίσκεται και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του βιβλίου.

Ο αναγνώστης δεν πρέπει να εξετάσει μόνο τι αποκαλύπτουν τα έγγραφα, αλλά και πώς επιλέγουν οι συγγραφείς να τα παρουσιάσουν και να τα ερμηνεύσουν.

Η δημοσιογραφική και ιστορική έρευνα δεν είναι ποτέ μια απολύτως ουδέτερη διαδικασία. Η επιλογή των εγγράφων, η σειρά παρουσίασής τους, οι τίτλοι και η έμφαση που δίνεται σε ορισμένα γεγονότα δημιουργούν αναπόφευκτα μια συγκεκριμένη αφήγηση.

Και στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι θεμιτό να υπάρχει ένα ερωτηματικό για τη στόχευση και την οπτική των συγγραφέων.

Σε ορισμένα σημεία ο τίτλος και ο τρόπος παρουσίασης δημιουργούν μεγαλύτερη δραματικότητα από όση ενδεχομένως επιτρέπουν τα ίδια τα ντοκουμέντα. Η ύπαρξη προσωπικών ακραίων απόψεων στελεχών της CIA, για παράδειγμα, δεν μπορεί αυτομάτως να ταυτίζεται με μια επίσημη απόφαση ή οργανωμένο σχέδιο της αμερικανικής κυβέρνησης.

Αυτές οι διακρίσεις είναι σημαντικές.

Δεν ακυρώνουν, όμως, το βασικό εύρημα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου βρισκόταν επί χρόνια στο μικροσκόπιο των αμερικανικών υπηρεσιών και η εξέλιξη της ελληνικής πολιτικής ζωής αποτελούσε αντικείμενο συστηματικής παρακολούθησης, ανάλυσης και ενδιαφέροντος από την Ουάσιγκτον.

Ένα βιβλίο που αφορά πολύ περισσότερα από τον Ανδρέα

Το μεγαλύτερο ίσως προσόν του βιβλίου είναι ότι, ακόμη και αν κάποιος διαφωνήσει με ορισμένες ερμηνείες των συγγραφέων, το υλικό που παρουσιάζεται τον αναγκάζει να σκεφτεί ευρύτερα.

Πόσο ανεξάρτητη ήταν στην πραγματικότητα η ελληνική πολιτική ζωή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου;

Πού τελείωνε η διπλωματική επιρροή και πού άρχιζε η πολιτική παρέμβαση;

Πόσο βαθιά ενδιαφέρονταν οι μεγάλες δυνάμεις για το ποιος κυβερνούσε την Ελλάδα;

Και πόσο από όσα αργότερα παρουσιάστηκαν ως αποκλειστικά «εσωτερικές» ελληνικές εξελίξεις είχαν στην πραγματικότητα μια ισχυρή διεθνή διάσταση;

Το βιβλίο δεν δίνει πάντοτε οριστικές απαντήσεις. Δίνει, όμως, αρκετό υλικό ώστε ο αναγνώστης να θέσει τα σωστά ερωτήματα.

Γιατί αξίζει να διαβαστεί

Το «CIA – Ο απόρρητος φάκελος του Ανδρέα» δεν χρειάζεται να διαβαστεί ούτε ως πολιτικό ευαγγέλιο ούτε ως αδιαμφισβήτητη ιστορική αλήθεια.

Χρειάζεται να διαβαστεί κριτικά.

Να διαβαστούν τα ντοκουμέντα, να εξεταστούν οι ερμηνείες των συγγραφέων, να εντοπιστούν οι πιθανές υπερβολές, αλλά και να αξιολογηθεί η μεγάλη εικόνα που προκύπτει μέσα από τις σελίδες του.

Και αυτή η μεγάλη εικόνα είναι δύσκολο να αγνοηθεί:

Η CIA και γενικότερα ο αμερικανικός μηχανισμός εξωτερικής πολιτικής δεν υπήρξαν απλοί θεατές των ελληνικών εξελίξεων. Παρακολουθούσαν, αξιολογούσαν και επιχειρούσαν να προστατεύσουν συγκεκριμένα γεωπολιτικά και στρατηγικά συμφέροντα σε μια χώρα κρίσιμη για τον σχεδιασμό τους.

Το πόσο μακριά έφθανε κάθε φορά αυτή η παρέμβαση είναι ζήτημα που απαιτεί ιστορική τεκμηρίωση και όχι εύκολες γενικεύσεις.

Ακριβώς γι' αυτό το βιβλίο έχει ενδιαφέρον.

Γιατί ακόμη και όταν δημιουργεί ερωτήματα για τη δική του στόχευση και για τον τρόπο με τον οποίο οι συγγραφείς οργανώνουν και παρουσιάζουν το υλικό τους, προσφέρει στον αναγνώστη πρωτογενή στοιχεία, ντοκουμέντα και μια διαφορετική ματιά σε μια καθοριστική περίοδο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο, παρά τις ενστάσεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει, είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.

Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να συμφωνήσει με τους συγγραφείς.

Χρειάζεται να διαβάσει, να συγκρίνει, να αμφισβητήσει και τελικά να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Ο «Καθημερινός Παρατηρητής» προτείνει.