Όταν η Βουλή θυμίζει... παιδική χαρά
Η πολιτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της στις προσωπικές κόντρες, αφήνοντας την ουσία εκτός αίθουσας και τους πολίτες απλούς θεατές ενός ακόμη κοινοβουλευτικού καβγά.
Η πολιτική αντιπαράθεση δίνει τη θέση της στις προσωπικές κόντρες, αφήνοντας την ουσία εκτός αίθουσας και τους πολίτες απλούς θεατές ενός ακόμη κοινοβουλευτικού καβγά.
Κάποιοι μπαίνουν στη Βουλή για να νομοθετούν. Κάποιοι άλλοι φαίνεται πως θεωρούν ότι βρίσκονται σε τηλεοπτικό πάνελ υψηλής τηλεθέασης. Όσο πιο δυνατή η φωνή, όσο πιο βαριά η ατάκα, τόσο μεγαλύτερη η ψευδαίσθηση της πολιτικής επιτυχίας.
Η τελευταία αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τη Φωτεινή Αραμπατζή δεν ανέβασε το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου. Αντίθετα, επιβεβαίωσε ότι όταν η πολιτική εξαντλείται στις προσωπικές επιθέσεις, οι πολίτες μένουν με τον θόρυβο και χωρίς καμία ουσία.
Η μία επένδυσε στη γνωστή θεατρικότητα. Η άλλη απάντησε με τον ίδιο τόνο, λες και ο μόνος τρόπος να υπερασπιστείς τις θέσεις σου είναι να φωνάξεις δυνατότερα από τον απέναντι. Κάπως έτσι, η συζήτηση για σοβαρά ζητήματα πέρασε σε δεύτερη μοίρα και το ενδιαφέρον μεταφέρθηκε στο ποιος πέτυχε την πιο «πιασάρικη» ατάκα.
Το πιο απογοητευτικό, όμως, είναι ότι τέτοιες εικόνες παρουσιάζονται σχεδόν ως φυσιολογικές. Σαν να έχει γίνει αποδεκτό ότι η κοινοβουλευτική παρουσία κρίνεται από την ένταση της σύγκρουσης και όχι από την ποιότητα των επιχειρημάτων.
Αν αυτό είναι το μέτρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, τότε μάλλον δεν υπάρχουν νικητές. Υπάρχουν μόνο δύο διαφορετικοί πρωταγωνιστές του ίδιου έργου, που παίζεται ξανά και ξανά, κουράζοντας όλο και περισσότερο εκείνους που περιμένουν από το Κοινοβούλιο κάτι περισσότερο από έναν καθημερινό διαγωνισμό εντυπώσεων.
