Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Πολιτικές βεβαιότητες ή δημοσκοπικές ψευδαισθήσεις;

Η πολιτική εικόνα δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Η κοινωνία αναζητά αξιόπιστες λύσεις, όχι μόνο νέα πρόσωπα, ενώ η μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοκρατία ίσως βρίσκεται στην ενίσχυση του λαϊκισμού και των άκρων.

Η πολιτική εικόνα δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Η κοινωνία αναζητά αξιόπιστες λύσεις, όχι μόνο νέα πρόσωπα, ενώ η μεγαλύτερη πρόκληση για τη δημοκρατία ίσως βρίσκεται στην ενίσχυση του λαϊκισμού και των άκρων.

Το τελευταίο διάστημα αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση γύρω από τη διαμόρφωση του νέου πολιτικού χάρτη. Δημοσκοπήσεις, πολιτικές αναλύσεις και παρασκηνιακές εκτιμήσεις επιχειρούν να προεξοφλήσουν τους νέους συσχετισμούς. Όμως η ελληνική κοινωνία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι δεν ψηφίζει με βάση τις εντυπώσεις, αλλά όταν πλησιάζει η ώρα της κάλπης.

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα και η δημιουργία της ΕΛΑΣ δημιούργησαν αναμφίβολα πολιτική κινητικότητα. Οι πρώτες μετρήσεις αποτυπώνουν μια αξιοσημείωτη δημοσκοπική παρουσία του νέου εγχειρήματος, χωρίς όμως να συνιστούν από μόνες τους απόδειξη ότι έχει διαμορφωθεί ένα σταθερό κοινωνικό ρεύμα πλειοψηφίας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΕΛΑΣ έχει αναδειχθεί σε βασικό πόλο της αντιπολίτευσης, αλλά η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό προβάδισμα.

Η ιστορία, άλλωστε, έχει δείξει ότι η αρχική δυναμική ενός νέου πολιτικού φορέα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε διαρκή εκλογική επιρροή. Η κοινωνική αποδοχή κατακτάται μέσα από την αξιοπιστία, τη συνέπεια και την πειστικότητα των προτάσεων και όχι αποκλειστικά από την επιστροφή ενός ισχυρού πολιτικού προσώπου.

Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να προηγείται στις δημοσκοπήσεις, τα ποσοστά της δεν επιτρέπουν πολιτικό εφησυχασμό. Η φθορά της διακυβέρνησης, η ακρίβεια, οι ανισότητες και μια σειρά θεσμικών ζητημάτων περιορίζουν την κοινωνική της απήχηση σε σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023. Η πρωτιά δεν συνεπάγεται αυτομάτως και πολιτική ηγεμονία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική. Επιδιώκει να εμφανιστεί ως η ρεαλιστική προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης, επενδύοντας σε ένα κυβερνητικό πρόγραμμα με σαφές κοινωνικό πρόσημο, που δίνει έμφαση στη δημόσια υγεία, την παιδεία, την εργασία, τη στέγη και τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Στη Χαριλάου Τρικούπη θεωρούν ότι όσο αναδεικνύονται οι προγραμματικές τους θέσεις, θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για δημοσκοπική και στη συνέχεια εκλογική ενίσχυση, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αποτυπωθεί στον βαθμό που το κόμμα επιθυμεί. Η στρατηγική αυτή παραμένει προς το παρόν ένα πολιτικό στοίχημα και όχι μια επιβεβαιωμένη εξέλιξη.

Υπάρχει όμως μια εξέλιξη που θα έπρεπε να προκαλεί πολύ μεγαλύτερη ανησυχία από τη μάχη για τη δεύτερη θέση. Είναι η σταδιακή ενίσχυση κομμάτων που κινούνται στον χώρο της άκρας δεξιάς, του εθνικισμού και του λαϊκισμού. Είτε εμφανίζονται ως νέα πολιτικά σχήματα είτε ως ανανεωμένες εκδοχές παλαιότερων σχηματισμών, αξιοποιούν την κοινωνική ανασφάλεια, την απογοήτευση και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα για να διευρύνουν την επιρροή τους.

Η εμπειρία της Ευρώπης δείχνει ότι όταν οι δημοκρατικές πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να πείσουν με προγραμματικό λόγο και αξιόπιστες λύσεις, το κενό δεν μένει ποτέ ακάλυπτο. Το καταλαμβάνουν συνήθως όσοι επενδύουν στον θυμό, στις εύκολες απαντήσεις και στην αντισυστημική ρητορική.

Η χώρα, επομένως, δεν χρειάζεται ούτε εύκολους θριάμβους ούτε πρόωρες πολιτικές βεβαιότητες. Χρειάζεται σοβαρό διάλογο, αξιόπιστες προτάσεις και πολιτικές που να απαντούν στις πραγματικές αγωνίες των πολιτών. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν τη στιγμή. Οι εκλογές, όμως, εξακολουθούν να κρίνονται από την κοινωνία. Και αυτή, μέχρι σήμερα, δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη.

Γράφει ο Παρατηρητικός