Η πολιτική δεν είναι σταθμός μετεπιβίβασης
Οι ιδέες δεν αλλάζουν με τον εκλογικό άνεμο και η αξιοπιστία δεν αποκτάται με πολιτικές μεταγραφές.
Οι ιδέες δεν αλλάζουν με τον εκλογικό άνεμο και η αξιοπιστία δεν αποκτάται με πολιτικές μεταγραφές.
Κάθε φορά που γεννιέται ένας νέος πολιτικός φορέας, ξεκινά σχεδόν αυτόματα και η γνωστή «αγορά των μεταγραφών». Στελέχη που μέχρι χθες υπερασπίζονταν με πάθος μια πολιτική γραμμή, εμφανίζονται σήμερα έτοιμα να υπηρετήσουν μια νέα. Και σχεδόν πάντοτε, η μετακίνηση παρουσιάζεται ως «ανανέωση», «επανεκκίνηση» ή «επιστροφή στις αξίες».
Μόνο που η πολιτική δεν είναι ποδόσφαιρο. Και οι ιδεολογίες δεν είναι φανέλες.
Δεν είναι όλες οι πολιτικές μετακινήσεις ίδιες. Υπάρχουν εκείνες που αποτελούν πράξεις πολιτικής συνέπειας. Όταν ένας πολιτικός έχει προηγουμένως καταθέσει δημόσια τις διαφωνίες του, έχει συγκρουστεί με τις κυρίαρχες επιλογές του κόμματός του, έχει προτείνει διαφορετική στρατηγική, έχει επιμείνει επί χρόνια στις θέσεις του και, αφού εξαντλήσει κάθε περιθώριο συνύπαρξης, επιλέγει να αποχωρήσει.
Εκεί υπάρχει πολιτική διαδρομή. Υπάρχει ιδεολογική συνέχεια. Υπάρχει αξιοπιστία. Ακόμη και όσοι διαφωνούν με την τελική επιλογή δύσκολα μπορούν να αμφισβητήσουν τη συνέπεια της στάσης.
Δεν μπορεί όμως να βαφτίζεται «πολιτική ανανέωση» κάθε μετακίνηση που συμπίπτει με την απώλεια ενός κομματικού ρόλου, μιας υποψηφιότητας ή μιας προοπτικής κοινοβουλευτικής καρέκλας. Δεν μπορεί η προσωπική φιλοδοξία να παρουσιάζεται ως ιδεολογική αφύπνιση και η πολιτική επιβίωση να βαφτίζεται κοινωνική ανάγκη.
Η κοινωνία έχει πλέον αποκτήσει μνήμη. Δεν αρκείται στις επικοινωνιακές ανακοινώσεις και στις μεγάλες διακηρύξεις. Κρίνει τις διαδρομές. Συγκρίνει το χθες με το σήμερα. Θυμάται ποιοι υπερασπίζονταν με πάθος συγκεκριμένες πολιτικές και λίγους μήνες αργότερα εμφανίζονται να υπηρετούν ένα εντελώς διαφορετικό αφήγημα, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να εξηγήσουν τι πραγματικά άλλαξε.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία με αφορμή τις πληροφορίες για μετακινήσεις στελεχών από τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς προς το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, την ΕΛ.ΑΣ.
Εάν πράγματι φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν νέο πολιτικό φορέα με προοπτική διακυβέρνησης, τότε τα πολιτικά και αξιακά του φίλτρα οφείλουν να είναι ιδιαίτερα αυστηρά. Δεν αρκεί να συγκεντρώνονται γνωστά ονόματα ή έμπειρα αυτοδιοικητικά στελέχη. Το ζητούμενο είναι αν αυτά τα πρόσωπα κουβαλούν μια συνεπή πολιτική διαδρομή ή απλώς αναζητούν τον επόμενο σταθμό της προσωπικής τους πορείας.
Υπάρχει, όμως, και μια ακόμη παράμετρος.
Ο Αλέξης Τσίπρας, με μια επικοινωνιακά εύστοχη κίνηση, φέρεται να έχει θέσει ως κανόνα ότι στο νέο εγχείρημα δεν θα συμμετέχουν εν ενεργεία βουλευτές. Ως συμβολισμός, η επιλογή αυτή επιχειρεί να σηματοδοτήσει απόσταση από τις γνωστές πρακτικές του πολιτικού συστήματος.
Αρκεί, όμως, ο συμβολισμός;
Η απάντηση είναι όχι.
Γιατί ούτε μια παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα λειτουργεί ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ούτε η συμμετοχή προσώπων με μακρά αλλά συχνά αντιφατική κομματική διαδρομή αρκεί για να προσδώσει αξιακό περιεχόμενο σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα. Η αξιοπιστία δεν γεννιέται την ημέρα της προσχώρησης. Χτίζεται μέσα στον χρόνο, μέσα από τη συνέπεια λόγων και πράξεων.
Ένα νέο κόμμα δεν νομιμοποιείται επειδή συγκεντρώνει πρόσωπα από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους. Νομιμοποιείται όταν μπορεί να αποδείξει ότι διαθέτει κοινό αξιακό πυρήνα, σαφές ιδεολογικό στίγμα και ανθρώπους που δεν ακολουθούν τον άνεμο των πολιτικών εξελίξεων.
Η ιστορία της Μεταπολίτευσης είναι γεμάτη από εγχειρήματα που επιχείρησαν να οικοδομηθούν πάνω σε ετερόκλητες πολιτικές μεταγραφές. Σπάνια άντεξαν στον χρόνο.
Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό. Ένα κόμμα που άνοιξε τις πόρτες του σε πρόσωπα διαφορετικών πολιτικών αφετηριών, χωρίς πάντοτε να προηγείται ουσιαστική πολιτική και ιδεολογική σύνθεση. Η πολυσυλλεκτικότητα μπορεί να έδωσε πρόσκαιρη εκλογική δυναμική, δεν κατάφερε όμως να δημιουργήσει διαχρονική πολιτική συνοχή. Οι αλλεπάλληλες αποχωρήσεις, οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι διασπάσεις των τελευταίων ετών αποτελούν μια ηχηρή υπενθύμιση ότι τα «ανεμομαζώματα» καταλήγουν συχνά σε «διαβολοσκορπίσματα».
Η ελληνική κοινωνία δεν ζητά άλλους πολιτικούς νομάδες. Δεν ζητά ανθρώπους που αλλάζουν πολιτική στέγη κάθε φορά που αλλάζουν οι συσχετισμοί. Ζητά πολιτικούς που έχουν το θάρρος να διαφωνούν μέσα στον χώρο τους, να υπερασπίζονται δημόσια τις απόψεις τους, να συγκρούονται όταν χρειάζεται και, εάν τελικά αποχωρήσουν, να το κάνουν επειδή ολοκληρώθηκε ένας κύκλος αρχών και όχι ένας κύκλος προσωπικών φιλοδοξιών.
Γιατί η δημοκρατία δεν έχει ανάγκη από περισσότερες μεταγραφές. Έχει ανάγκη από περισσότερη συνέπεια.
Και όσο τα παλιά αλλά και τα νέα κομματικά επιτελεία επιμένουν να μετρούν την πολιτική επιτυχία με τον αριθμό των προσχωρήσεων και όχι με το βάθος των ιδεών, τόσο η απαξίωση του πολιτικού συστήματος θα εντείνεται.
Η κοινωνία δεν αναζητά νέους πολιτικούς σωτήρες. Αναζητά πολιτικά παραδείγματα.
Και τα παραδείγματα δεν χτίζονται με αλλαγές κομματικής στέγης. Χτίζονται με σταθερές αξίες, διαχρονική συνέπεια και πολιτικό ήθος. Αυτά είναι τα στοιχεία που μπορούν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όλα τα υπόλοιπα, όσο επικοινωνιακά επιτυχημένα κι αν παρουσιάζονται, κινδυνεύουν να αποδειχθούν ακόμη μία παρένθεση στον μακρύ κατάλογο της πολιτικής απαξίωσης.
