Τ' ΑΠΑΡΑΤΗΡΗΤΑ

Το σκίτσο της ημέρας : «Το μέτρησε... για να το πιστέψουν!»

Η γελοιογραφία δεν περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός. Με την υπερβολή της σάτιρας σχολιάζει την κοινωνική πρόκληση που προκαλεί κάθε επίδειξη προνομίων, σε μια εποχή που η πλειονότητα των πολιτών αγωνίζεται για την καθημερινή της επιβίωση.

Η γελοιογραφία δεν περιγράφει ένα πραγματικό γεγονός. Με την υπερβολή της σάτιρας σχολιάζει την κοινωνική πρόκληση που προκαλεί κάθε επίδειξη προνομίων, σε μια εποχή που η πλειονότητα των πολιτών αγωνίζεται για την καθημερινή της επιβίωση.

Kυκλοφορεί μια φήμη ότι μητροπολίτης σταμάτησε περαστικούς για να τους δείξει την αύξηση του μισθού του.

Ευτυχώς, είναι ψέμα.

Διότι, αν ήταν αλήθεια, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν χάθηκε οριστικά κάθε αίσθηση μέτρου.

Κάπου εδώ όμως αναλαμβάνει η γελοιογραφία. Παίρνει μια υπερβολή, τη φουσκώνει όσο χρειάζεται και την επιστρέφει στην κοινωνία σαν καθρέφτη. Όχι για να περιγράψει ένα πραγματικό περιστατικό, αλλά για να σατιρίσει μια πραγματική νοοτροπία.

Σε μια χώρα όπου οι συνταξιούχοι μετρούν τα ψιλά στο σούπερ μάρκετ, οι νέοι δουλεύουν για μισθούς που εξαφανίζονται πριν τελειώσει ο μήνας και οι μικρομεσαίοι παλεύουν να πληρώσουν φόρους και εισφορές, κάθε εικόνα επίδειξης προνομίων προκαλεί εύλογη αγανάκτηση.

Το σκίτσο δεν στρέφεται εναντίον της Εκκλησίας. Στρέφεται εναντίον της αλαζονείας. Εκείνης της διαχρονικής ασθένειας που κάνει κάθε μορφή εξουσίας,πολιτική, οικονομική, θεσμική ή εκκλησιαστική , να πιστεύει ότι μπορεί να επιδεικνύει προνόμια χωρίς να προκαλεί.

Αν κάποιος χρειάζεται να επιδεικνύει την αύξηση του εισοδήματός του, τότε ίσως η μεγαλύτερη αύξηση να μην είναι στον μισθό του, αλλά στην απόσταση που τον χωρίζει από την κοινωνία.

Και αυτό, όσο κι αν δεν συνέβη ποτέ, είναι ίσως το πιο αληθινό στοιχείο της σημερινής γελοιογραφίας.

Υστερόγραφο: Η σάτιρα δεν καταγράφει γεγονότα. Καταγράφει νοοτροπίες. Και συνήθως πετυχαίνει τον στόχο της όταν κάποιοι ενοχλούνται όχι από το σκίτσο, αλλά από τον εαυτό τους μέσα σε αυτό.