Όταν ξυπνούν τα φαντάσματα του Εμφυλίου - Γράφει ο Πασχάλης Θ. Τόσιος
Όταν η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στον εμφυλιοπολεμικό διχασμό αντί να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια, δεν υπηρετεί την εθνική ενότητα· ανακυκλώνει τα πιο σκοτεινά αντανακλαστικά του μετεμφυλιακού κράτους.
Όταν η κυβέρνηση επιλέγει να επενδύσει στον εμφυλιοπολεμικό διχασμό αντί να υπερασπιστεί την ιστορική αλήθεια, δεν υπηρετεί την εθνική ενότητα· ανακυκλώνει τα πιο σκοτεινά αντανακλαστικά του μετεμφυλιακού κράτους.
Η Εθνική Αντίσταση δεν ανήκει σε κανένα κόμμα. Ανήκει στην Ιστορία. Και η ιστορική της αποκατάσταση υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες δημοκρατικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης. Όσοι σήμερα επιχειρούν να την επαναφέρουν στη δίνη του εμφυλιοπολεμικού διχασμού, δεν συγκρούονται με τους πολιτικούς τους αντιπάλους· συγκρούονται με την ίδια την ιστορική αλήθεια.
Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική οφείλει να σωπαίνει μπροστά στο βάρος των γεγονότων. Όταν μια τρομοκρατική ενέργεια αφαιρεί μια ανθρώπινη ζωή, η Δημοκρατία οφείλει να απαντά με θεσμική σοβαρότητα, σεβασμό προς τα θύματα και εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη.
Όχι με επικοινωνιακά τεχνάσματα.Όχι με ιδεολογικούς συμψηφισμούς.
Και, πολύ περισσότερο, όχι με την αναβίωση των πιο σκοτεινών στερεοτύπων του Εμφυλίου.
Κι όμως, αυτό ακριβώς επέλεξαν κυβερνητικά στελέχη και πρόθυμοι σχολιαστές. Με αφορμή μια ανθρώπινη τραγωδία, ανακάλυψαν ξανά τον «εσωτερικό εχθρό». Δεν περιορίστηκαν στην αυτονόητη καταδίκη της τρομοκρατίας. Επέλεξαν να μεταφέρουν τη συζήτηση αλλού: στην ονομασία ενός σύγχρονου πολιτικού φορέα, επειδή χρησιμοποιεί τη λέξη «ΕΛΑΣ», χαρακτηρίζοντάς την περίπου ως... εμφυλιοπολεμική πρόκληση.
Είναι μια επιλογή βαθιά ανήθικη.Γιατί χρησιμοποιεί έναν θάνατο ως εργαλείο μικροπολιτικής.
Είναι όμως και ιστορικά ατεκμηρίωτη.
Ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός υπήρξε η μεγαλύτερη αντιστασιακή δύναμη της κατεχόμενης Ελλάδας απέναντι στη ναζιστική κατοχή. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας αποτελεί διαφορετικό ιστορικό κεφάλαιο, που συνδέεται με τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η ταύτιση αυτών των δύο διαφορετικών ιστορικών περιόδων δεν αποτελεί ιστορική ερμηνεία. Αποτελεί πολιτική εργαλειοποίηση της Ιστορίας.
Ακόμη μεγαλύτερη αυθαιρεσία αποτελεί η προσπάθεια να εμφανιστεί ένα σημερινό πολιτικό κόμμα ως ιδεολογικός ή οργανωτικός συνεχιστής του ιστορικού ΕΛΑΣ. Δεν υπάρχει καμία τέτοια πολιτική ή ιστορική συνέχεια. Η πολιτική κρίνεται από τις θέσεις, τις πράξεις και τις επιλογές του σήμερα, όχι από συμβολισμούς που κάποιοι αποφασίζουν να ερμηνεύουν κατά το δοκούν.
Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο ιστορικό.Είναι βαθιά θεσμικό.
Για σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, η Ελληνική Πολιτεία λειτουργούσε μέσα στη λογική του νικητή. Το μετεμφυλιακό δεξιό κράτος δεν αναγνώριζε ισότιμα όλους όσοι πολέμησαν τον κατακτητή. Χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ παρέμειναν αποκλεισμένοι από τη θεσμική αναγνώριση, όχι γιατί δεν αντιστάθηκαν στον ναζισμό, αλλά γιατί οι πολιτικές τους πεποιθήσεις κρίθηκαν ισχυρότερες από την ίδια την αντιστασιακή τους δράση.
Η Ιστορία είχε χωριστεί στα δύο.Η μνήμη είχε κομματικοποιηθεί.
Η Δημοκρατία παρέμενε ανολοκλήρωτη.
Αυτή η ιστορική αδικία δεν αποκαταστάθηκε ούτε επί ΕΡΕ ούτε στις μετέπειτα κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας.
Αποκαταστάθηκε το 1982.Από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.Από τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Με τον νόμο για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η Ελληνική Δημοκρατία έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια νομοθετική ρύθμιση. Αποκατέστησε την ιστορική αλήθεια. Έκλεισε, θεσμικά, μία από τις μεγαλύτερες πληγές του ελληνικού κράτους. Αναγνώρισε ισότιμα όλους όσοι αγωνίστηκαν κατά του ναζισμού, ανεξάρτητα από την πολιτική τους ένταξη.
Ήταν ίσως η σημαντικότερη πράξη εθνικής συμφιλίωσης μετά τη Μεταπολίτευση.
Δεν ήταν ένας συμβολισμός.Ήταν ιστορική τομή.
Γι' αυτό και οι μεταγενέστερες επισκέψεις πολιτικών σε τόπους εξορίας, όσο θετικό συμβολισμό κι αν είχαν, δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνη την απόφαση. Η κατάθεση ενός στεφανιού δεν αλλάζει την Ιστορία. Ένας νόμος που ανατρέπει δεκαετίες κρατικών διακρίσεων τη γράφει από την αρχή.
Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης υπήρξε μια νίκη της Δημοκρατίας απέναντι στο μετεμφυλιακό κράτος.
Γι' αυτό προκαλεί εντύπωση ότι, σαράντα και πλέον χρόνια μετά, επιλέγεται από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επανέλθει μια ρητορική που θυμίζει ακριβώς εκείνη τη λογική που η ελληνική δημοκρατία είχε αφήσει πίσω της.
Όταν χαρακτηρίζεται περίπου ως ύποπτη ακόμη και η λέξη «ΕΛΑΣ», δεν αμφισβητείται απλώς ένα ιστορικό όνομα.
Αμφισβητείται η ίδια η πολιτική και θεσμική επιλογή της Ελληνικής Δημοκρατίας το 1982.
Αμφισβητείται η εθνική συμφιλίωση.
Αμφισβητείται μια κατάκτηση της Μεταπολίτευσης.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από νέους εμφυλίους , έστω και λεκτικούς. Δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς που αναζητούν ψήφους στα χαρακώματα της δεκαετίας του 1940. Δεν έχει ανάγκη από μια εξουσία που, κάθε φορά που πιέζεται πολιτικά, ανακαλύπτει ξανά τους «εθνικόφρονες» και τους «άλλους».
Η χώρα έχει πληρώσει πολύ ακριβά τον διχασμό.
Η Εθνική Αντίσταση, αντίθετα, υπήρξε η στιγμή που οι Έλληνες, παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στον ναζισμό. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ, ο ΕΔΕΣ, η ΕΚΚΑ, η ΠΕΑΝ και δεκάδες ακόμη οργανώσεις αποτελούν κομμάτια της ίδιας εθνικής ιστορίας. Δεν χρειάζονται κομματικούς προστάτες. Χρειάζονται σεβασμό.
Γιατί η Ιστορία δεν είναι λάφυρο κανενός.
Και όταν μια κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει ακόμη και την ιστορική μνήμη σε εργαλείο πρόσκαιρης πολιτικής αντιπαράθεσης, το πρόβλημα παύει να είναι κομματικό.Γίνεται δημοκρατικό.Η Δημοκρατία δεν κινδυνεύει από την Ιστορία.
Κινδυνεύει από όσους προσπαθούν να την ξαναγράψουν.
Πασχάλης Θ. Τόσιος
