ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στυλιάνα Γκαλινίκη: Όταν ένα βιβλίο αντέχει στον χρόνο

Η τέταρτη έκδοση του «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» επιβεβαιώνει τη διαχρονική δύναμη ενός ξεχωριστού μυθιστορήματος

Η τέταρτη έκδοση του «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» επιβεβαιώνει τη διαχρονική δύναμη ενός ξεχωριστού μυθιστορήματος

Υπάρχουν βιβλία που κυκλοφορούν, συζητιούνται για λίγο και χάνονται μέσα στη φθορά της καθημερινής εκδοτικής παραγωγής. Υπάρχουν όμως και εκείνα που επιμένουν σιωπηλά στον χρόνο, επιστρέφουν ξανά στα χέρια των αναγνωστών και δικαιώνονται όχι από τον θόρυβο της στιγμής, αλλά από τη διάρκεια. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει το μυθιστόρημα της Στυλιάνας Γκαλινίκη «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)», το οποίο περνά πλέον στην τέταρτη έκδοσή του από τις εκδόσεις Μελάνι.

Η είδηση της νέας έκδοσης δεν αποτελεί απλώς μια εκδοτική εξέλιξη. Είναι η επιβεβαίωση ότι ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να συνεχίζει να συνομιλεί με την κοινωνία ακόμη και χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση. Και αυτό συμβαίνει μόνο όταν η γραφή διαθέτει αλήθεια, βάθος και ανθρώπινη ουσία.

Η Στυλιάνα Γκαλινίκη, με καταγωγή από την Ηράκλεια Σερρών, ανήκει στις δημιουργούς που δεν αναζήτησαν ποτέ τη δημοσιότητα ως αυτοσκοπό. Αρχαιολόγος, με βαθιά σχέση με τη μνήμη, τον τόπο και την ανθρώπινη εμπειρία, μεταφέρει στη λογοτεχνία της μια σπάνια εσωτερικότητα. Η γραφή της δεν κραυγάζει· λειτουργεί υπόγεια, αθόρυβα και ουσιαστικά.

Στο «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)», η συγγραφέας χτίζει έναν κόσμο βαθιά ελληνικό, σκληρό και ταυτόχρονα εύθραυστο. Η ιστορία της Αλγερίας, μιας γυναίκας ξένης σε έναν κλειστό επαρχιακό μικρόκοσμο, γίνεται αφορμή για να φωτιστούν οι φόβοι, οι προκαταλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις και οι ανομολόγητες μοναξιές μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Η δύναμη του βιβλίου δεν βρίσκεται σε θεαματικές αφηγηματικές εξάρσεις. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Γκαλινίκη παρατηρεί τους ανθρώπους. Στις σιωπές των ηρώων της. Στις μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας. Στον ασφυκτικό τρόπο με τον οποίο μια επαρχιακή κοινωνία μπορεί να εγκλωβίσει ή να συνθλίψει οτιδήποτε διαφορετικό.

Ίσως γι’ αυτό το μυθιστόρημα εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο. Γιατί πίσω από την ιστορία του κρύβονται διαχρονικά ερωτήματα που επιστρέφουν ξανά και ξανά στη δημόσια ζωή: ο φόβος απέναντι στον «άλλο», η κοινωνική απομόνωση, η δυσκολία αποδοχής της διαφορετικότητας, η ανάγκη του ανθρώπου να βρει χώρο να αναπνεύσει μέσα σε κοινωνίες που συχνά ασφυκτιούν από τις ίδιες τους τις βεβαιότητες.

Η τέταρτη έκδοση του βιβλίου αποκτά και έναν ιδιαίτερο συμβολισμό για τις Σέρρες και γενικότερα για την περιφέρεια. Σε έναν τόπο που πολλές φορές παράγει πολιτισμό χωρίς να τον αναδεικνύει όσο του αξίζει, η πορεία της Στυλιάνας Γκαλινίκη αποδεικνύει ότι η σοβαρή λογοτεχνία δεν χρειάζεται κέντρα και μηχανισμούς προβολής για να επιβιώσει. Χρειάζεται αυθεντικότητα, συνέπεια και χρόνο.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της νέας εκδοτικής διαδρομής: ότι το «Όλα πάνε ρολόι (ή σχεδόν)» δεν επέστρεψε επειδή το επέβαλε μια συγκυρία της αγοράς, αλλά επειδή οι αναγνώστες συνέχισαν να το κρατούν ζωντανό.

Γιατί κάποια βιβλία δεν διαβάζονται απλώς. Παραμένουν.