«Τουριστικό θαύμα για λίγους, κοινωνικός εφιάλτης για τους πολλούς: Ο μισός λαός χωρίς διακοπές»
Η Ελλάδα των ρεκόρ στον τουρισμό είναι ταυτόχρονα η Ελλάδα όπου σχεδόν ένας στους δύο πολίτες δεν μπορεί να πληρώσει ούτε επτά ημέρες ξεκούρασης. Η άλλη όψη της κυβερνητικής "ανάπτυξης".
Η Ελλάδα των ρεκόρ στον τουρισμό είναι ταυτόχρονα η Ελλάδα όπου σχεδόν ένας στους δύο πολίτες δεν μπορεί να πληρώσει ούτε επτά ημέρες ξεκούρασης. Η άλλη όψη της κυβερνητικής "ανάπτυξης".
Κάθε καλοκαίρι η ίδια παράσταση.
Τα κυβερνητικά στελέχη πανηγυρίζουν για τα νέα ρεκόρ του τουρισμού. Τα δελτία ειδήσεων μιλούν για γεμάτα αεροδρόμια, ασφυκτικές πληρότητες στα νησιά και δισεκατομμύρια ευρώ που εισρέουν στη χώρα. Οι υπουργοί φωτογραφίζονται σε μαρίνες και τουριστικά θέρετρα, παρουσιάζοντας μια Ελλάδα που δήθεν ευημερεί.
Μόνο που υπάρχει και η άλλη Ελλάδα.
Η Ελλάδα που δεν χωρά στα κυβερνητικά φυλλάδια.
Η Ελλάδα των χαμηλών μισθών, των συντάξεων επιβίωσης, των ενοικίων που καταπίνουν το μισό εισόδημα, των λογαριασμών που έρχονται σαν δεύτερος φόρος και των οικογενειών που κάθε μήνα δίνουν μάχη για να φτάσουν μέχρι την επόμενη πληρωμή.
Τα στοιχεία της Eurostat είναι καταπέλτης.
Το 46,6% των Ελλήνων αδυνατεί να πληρώσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο.
Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες.
Σε μια χώρα που φιγουράρει στις πρώτες θέσεις του παγκόσμιου τουρισμού, οι ίδιοι οι κάτοικοί της δεν μπορούν να απολαύσουν ούτε επτά συνεχόμενες ημέρες ξεκούρασης.
Η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Ρουμανία.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της «ισχυρής οικονομίας» που διαφημίζει η κυβέρνηση.
Η ανάπτυξη περνάει από πάνω τους
Τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς για ανάπτυξη, επενδύσεις, αναβαθμίσεις και οικονομικά θαύματα.
Αν όμως η ανάπτυξη ήταν πραγματική και αφορούσε την κοινωνία, δεν θα είχαμε σχεδόν τους μισούς πολίτες αποκλεισμένους ακόμη και από το πιο στοιχειώδες δικαίωμα στην ανάπαυση.
Η αλήθεια είναι ότι η ανάπτυξη περνάει πάνω από τα κεφάλια των πολλών και καταλήγει στις τσέπες των λίγων.
Οι αριθμοί του τουρισμού σπάνε ρεκόρ.
Τα κέρδη των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων αυξάνονται.
Τα έσοδα του κράτους πολλαπλασιάζονται.
Και την ίδια στιγμή ο εργαζόμενος αναρωτιέται αν θα μπορέσει να βάλει βενζίνη για να πάει μέχρι το χωριό του.
Ο συνταξιούχος μετράει τα ψιλά στο πορτοφόλι.
Οι νέοι άνθρωποι εγκαταλείπουν το όνειρο ακόμη και για λίγες ημέρες ξεκούρασης.
Η χώρα των εργαζόμενων φτωχών
Η Ελλάδα έχει πλέον αποκτήσει ένα από τα πιο επικίνδυνα χαρακτηριστικά των σύγχρονων κοινωνιών:
Τους εργαζόμενους φτωχούς.
Ανθρώπους που δουλεύουν ολόκληρο τον χρόνο και παρ' όλα αυτά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση.
Δεν μπορούν να αποταμιεύσουν.
Δεν μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους.
Δεν μπορούν να κάνουν οικογένεια.
Δεν μπορούν να πάνε διακοπές.
Η εργασία δεν αποτελεί πλέον εγγύηση αξιοπρέπειας.
Αποτελεί απλώς έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης.
Και όμως ζητούν να είμαστε ευχαριστημένοι
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, κυβερνητικά στελέχη εξακολουθούν να ζητούν από τους πολίτες να είναι ευγνώμονες.
Να χαίρονται επειδή υπάρχει ήλιος.
Να χαίρονται επειδή υπάρχει θάλασσα.
Να χαίρονται επειδή η χώρα προσελκύει εκατομμύρια τουρίστες.
Όμως ο ήλιος δεν πληρώνει το ενοίκιο.
Η θάλασσα δεν γεμίζει το ψυγείο.
Και τα τουριστικά ρεκόρ δεν εξοφλούν τους λογαριασμούς του ρεύματος.
Η αξιοπρέπεια ενός λαού δεν μετριέται με τις αφίξεις στα αεροδρόμια.
Μετριέται με το αν οι άνθρωποί του μπορούν να ζήσουν, να ξεκουραστούν και να ελπίσουν.
Το πιο σκληρό κατηγορώ
Η φτώχεια των διακοπών δεν είναι απλώς ένας στατιστικός δείκτης.
Είναι η αποτύπωση μιας κοινωνίας που εξαντλείται.
Μιας κοινωνίας που εργάζεται περισσότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αλλά απολαμβάνει όλο και λιγότερα.
Μιας κοινωνίας που βλέπει τον πλούτο να παράγεται, αλλά να μην φτάνει ποτέ στο τραπέζι της.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό κατηγορώ για επτά χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη.
Μια χώρα που καταρρίπτει κάθε χρόνο τουριστικά ρεκόρ, αλλά αφήνει σχεδόν τους μισούς πολίτες της να κοιτούν τις διακοπές από την τηλεόραση, δεν μπορεί να μιλά για κοινωνική πρόοδο.
Μπορεί μόνο να κοιτάζει κατάματα μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινή: την κανονικοποίηση της φτώχειας ως νέας καθημερινότητας.
