Διόδια-χρυσάφι: 31,80 ευρώ για ένα πήγαινε-έλα μόλις 5,8 χιλιομέτρων
Η Γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου αποτελεί ένα σπουδαίο τεχνικό έργο, αλλά η τιμή διέλευσης μετατρέπει μια σύντομη μετακίνηση σε μικρή οικονομική δοκιμασία
Η Γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου αποτελεί ένα σπουδαίο τεχνικό έργο, αλλά η τιμή διέλευσης μετατρέπει μια σύντομη μετακίνηση σε μικρή οικονομική δοκιμασία
Στην Ελλάδα της ακρίβειας, των καθηλωμένων εισοδημάτων και των λογαριασμών που τρέχουν γρηγορότερα από τους μισθούς, ακόμη και η διέλευση μιας γέφυρας μπορεί να εξελιχθεί σε… οικονομικό γεγονός.
Ο λόγος για τη Γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου «Χαρίλαος Τρικούπης», όπου η απλή διέλευση ενός επιβατικού αυτοκινήτου κοστίζει 15,90 ευρώ. Αν ο οδηγός περάσει απέναντι και επιστρέψει, θα κληθεί να καταβάλει συνολικά 31,80 ευρώ.
Και όλα αυτά για μια συνολική απόσταση μετάβασης και επιστροφής που δεν ξεπερνά τα 5,8 χιλιόμετρα.
Με απλά λόγια, περίπου 5,50 ευρώ για κάθε χιλιόμετρο. Σε λίγο, ίσως χρειάζεται να ρωτάμε στα διόδια όχι «πόσο κοστίζει η διέλευση», αλλά εάν υπάρχουν… άτοκες δόσεις.
Σπουδαίο έργο, εξωφρενική χρέωση
Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία της Γέφυρας Ρίου–Αντιρρίου. Πρόκειται για ένα κορυφαίο κατασκευαστικό επίτευγμα, το οποίο συνέδεσε την Πελοπόννησο με τη Δυτική Στερεά Ελλάδα, περιόρισε σημαντικά τον χρόνο μετακίνησης και προσφέρει ασφάλεια ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.
Άλλο, όμως, η αναγνώριση της αξίας ενός έργου και άλλο η αποδοχή κάθε χρέωσης χωρίς ερωτήσεις.
Γιατί, όταν μια οικογένεια χρειάζεται σχεδόν 32 ευρώ μόνο για να περάσει απέναντι και να επιστρέψει, πριν υπολογίσει καύσιμα, φαγητό και οποιοδήποτε άλλο έξοδο, τότε η μετακίνηση παύει να θεωρείται αυτονόητη και μετατρέπεται σε μικρή πολυτέλεια.
Το αποτέλεσμα είναι ο οδηγός να βλέπει τη γέφυρα, να θαυμάζει το έργο και, φτάνοντας στα διόδια, να θαυμάζει ακόμη περισσότερο… τον λογαριασμό.
Για να πληρώσεις λιγότερα, πρέπει να λύσεις εξίσωση
Βεβαίως, υπάρχουν εκπτωτικά προγράμματα. Μόνο που ο πολίτης πρέπει προηγουμένως να γίνει μικρός λογιστής διοδίων: να διαθέτει τον σωστό πομποδέκτη, να επιλέξει το κατάλληλο πρόγραμμα, να ταξιδέψει τη σωστή ημέρα και να επιστρέψει μέσα στο προβλεπόμενο χρονικό όριο.
Με το ειδικό πρόγραμμα e-Pass Aller–Retour, κατά την καλοκαιρινή περίοδο και για τα Σαββατοκύριακα που καθορίζει η εταιρεία, η επιστροφή μέσα σε δέκα ώρες μειώνει το συνολικό κόστος των δύο διελεύσεων στα 16,60 ευρώ. Η πρώτη διέλευση κοστίζει 15,90 ευρώ και η δεύτερη 0,70 ευρώ.
Για όσους δεν διαθέτουν e-Pass προβλέπεται ειδική κάρτα μετ’ επιστροφής, αξίας 21 ευρώ, επίσης με χρονικό περιορισμό δέκα ωρών και μόνο για τα καθορισμένα Σαββατοκύριακα.
Εάν ο οδηγός καθυστερήσει περισσότερο, η «έκπτωση» εξαφανίζεται και η επιστροφή χρεώνεται ξανά με 15,90 ευρώ. Αυτά προβλέπουν τα επίσημα εκπτωτικά προγράμματα της ΓΕΦΥΡΑ Α.Ε.
Δηλαδή, για να πληρώσει κανείς μια πιο λογική τιμή, δεν αρκεί να χρησιμοποιήσει τη γέφυρα. Πρέπει να οργανώσει την ημέρα του σύμφωνα με το χρονόμετρο των διοδίων.
Το κράτος παρακολουθεί ή απλώς εισπράττει;
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο μία γέφυρα. Αφορά συνολικά το κόστος μετακίνησης στους ελληνικούς αυτοκινητοδρόμους και τη διαχρονική πολιτική των παραχωρήσεων.
Οι οδηγοί πληρώνουν τέλη κυκλοφορίας, φόρους στα καύσιμα, ΦΠΑ, ασφάλιστρα, έξοδα συντήρησης και αλλεπάλληλα διόδια. Κι όμως, κάθε νέα αναπροσαρμογή παρουσιάζεται περίπου ως φυσικό φαινόμενο: όπως ο καύσωνας, η βροχή και το χαλάζι.
Το υπουργείο Υποδομών και η κυβέρνηση γνωρίζουν το ύψος των χρεώσεων. Το ερώτημα είναι εάν θεωρούν λογικό μια σύντομη διαδρομή μετ’ επιστροφής να κοστίζει σχεδόν 32 ευρώ και εάν υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση ουσιαστικής παρέμβασης.
Υπάρχει σχεδιασμός για μόνιμες εκπτώσεις στους συχνούς χρήστες, στους εργαζόμενους και στους κατοίκους των γύρω περιοχών; Υπάρχει κοινωνική πολιτική στις μετακινήσεις ή το μόνο σχέδιο είναι να πληρώνει ο πολίτης και να μη διαμαρτύρεται;
Γιατί η ασφαλής και γρήγορη μετακίνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως είδος πολυτελείας. Ούτε ένα δημόσια αναγκαίο έργο μπορεί να λειτουργεί σαν οικονομικό σύνορο ανάμεσα σε δύο περιοχές της χώρας.
Η Γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου ενώνει δύο ακτές. Με αυτές τις τιμές, όμως, κινδυνεύει να χωρίζει τους πολίτες σε εκείνους που μπορούν να πληρώσουν και σε εκείνους που αναγκάζονται να το ξανασκεφτούν.
