ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ακρίβεια: Η κοινωνία εξαντλείται και απογοητεύεται

Η οικονομική πίεση παγιώνεται ως νέα κανονικότητα: Το 69% χαρακτηρίζει την ακρίβεια κορυφαίο πρόβλημα, το 64% ζει από μήνα σε μήνα και σχεδόν ένας στους δύο νέους σκέφτεται τη μετανάστευση.

Η οικονομική πίεση παγιώνεται ως νέα κανονικότητα: Το 69% χαρακτηρίζει την ακρίβεια κορυφαίο πρόβλημα, το 64% ζει από μήνα σε μήνα και σχεδόν ένας στους δύο νέους σκέφτεται τη μετανάστευση.

Η ακρίβεια δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή αναστάτωση που θα υποχωρήσει με την αποκλιμάκωση ορισμένων οικονομικών δεικτών. Έχει εγκατασταθεί βαθιά στην καθημερινότητα των πολιτών, περιορίζοντας την κατανάλωση, συμπιέζοντας την ποιότητα ζωής και στερώντας από χιλιάδες οικογένειες τη δυνατότητα να σχεδιάσουν με ασφάλεια το μέλλον τους.

Πίσω από τις κυβερνητικές αναφορές στην ανάπτυξη, στις επενδύσεις και στη βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών, βρίσκεται μια εντελώς διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα. Τα νοικοκυριά μετρούν καθημερινά λογαριασμούς, ενοίκια, τρόφιμα και καύσιμα, προσπαθώντας να διατηρήσουν μια ολοένα πιο εύθραυστη οικονομική ισορροπία.

Η οικονομική επιβίωση οργανώνεται πλέον με αυστηρό προγραμματισμό. Κάθε απρόβλεπτη δαπάνη μπορεί να τινάξει στον αέρα τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ενώ ακόμη και δραστηριότητες που παλαιότερα θεωρούνταν αυτονόητες ,μια έξοδος, λίγες ημέρες διακοπών ή μια οικογενειακή εκδρομή, μετατρέπονται σε πολυτέλεια.

Η ακρίβεια πρώτο πρόβλημα για τους πολίτες

Τα αποτελέσματα της κοινωνικής έρευνας του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ, σε συνεργασία με την Prorata, αποτυπώνουν ανάγλυφα το μέγεθος της πίεσης.

Το 69% των ερωτηθέντων χαρακτηρίζει την ακρίβεια ως το σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, ενώ το 64% δηλώνει ότι ζει «από μήνα σε μήνα». Παράλληλα, το 88% θεωρεί υψηλό το ενεργειακό κόστος και το 69% χαρακτηρίζει δυσβάστακτο το ενοίκιο ή τη δόση του στεγαστικού δανείου.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι το 66% αναφέρει πως η οικονομική αβεβαιότητα επιβαρύνει την ψυχική του υγεία. Η ακρίβεια, επομένως, δεν αφαιρεί μόνο εισόδημα. Δημιουργεί ανασφάλεια, άγχος και την αίσθηση ότι οποιαδήποτε προσπάθεια οικονομικού προγραμματισμού μπορεί εύκολα να ανατραπεί.

Ο φόβος απώλειας της εργασίας καταγράφεται σε χαμηλότερο επίπεδο, στο 20%. Το εύρημα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ύπαρξη ή η απουσία εργασίας, αλλά κυρίως το γεγονός ότι ο μισθός δεν επαρκεί πλέον για μια αξιοπρεπή διαβίωση.

Εργάζονται, αλλά δυσκολεύονται να ζήσουν

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα και επικίνδυνη πραγματικότητα: η εργασία δεν εξασφαλίζει απαραίτητα οικονομική ασφάλεια.

Οι αυξήσεις στα τρόφιμα, στην ενέργεια, στη στέγη και στις μετακινήσεις απορροφούν μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Οι πολίτες μπορεί να διατηρούν τη θέση εργασίας τους, αλλά αισθάνονται ότι κάθε μήνα χάνουν αγοραστική δύναμη.

Έτσι εξηγείται και η απόσταση ανάμεσα στη δημόσια εικόνα της οικονομίας και στην εμπειρία της καθημερινότητας. Οι δείκτες μπορεί να καταγράφουν ανάπτυξη, όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πόσο από αυτήν τη βελτίωση φτάνει πραγματικά στα νοικοκυριά;

Διακοπές και ψυχαγωγία για λίγους

Η πίεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στο δικαίωμα της αναψυχής. Το 63% των συμμετεχόντων στην έρευνα δεν έχει προγραμματίσει διακοπές, ενώ το 62% δηλώνει ότι δεν διαθέτει τα χρήματα για την ψυχαγωγία που επιθυμεί.

Μεταξύ όσων δεν σχεδιάζουν διακοπές, το 60% επικαλείται οικονομική αδυναμία. Επιπλέον, το 48% αναφέρει ως βασικό ανασταλτικό παράγοντα τις αυξημένες τιμές στις μεταφορές, στα καταλύματα και στην εστίαση.

Όσοι τελικά καταφέρνουν να φύγουν αναζητούν οικονομικότερες λύσεις. Το 38% επιλέγει ιδιόκτητο ή φιλικό εξοχικό, το 32% ξενοδοχειακό κατάλυμα και το 19% βραχυχρόνια μίσθωση.

Δεν πρόκειται απλώς για αλλαγή καταναλωτικών συνηθειών. Πρόκειται για έναν σταδιακό κοινωνικό αποκλεισμό από την ξεκούραση, την ψυχαγωγία και τις διακοπές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 74% δηλώνει πως η καθημερινότητά του συνοδεύεται από αίσθημα μιζέριας, την ώρα που η χώρα προβάλλεται ως τόπος υψηλής ποιότητας ζωής.

Μια γενιά χωρίς ορίζοντα

Οι βαρύτερες συνέπειες καταγράφονται στις νεότερες ηλικίες. Πρόκειται για μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στη δημοσιονομική κρίση και τώρα καλείται να δημιουργήσει τη δική της ζωή σε συνθήκες χαμηλών εισοδημάτων, ακριβής στέγης και διαρκούς ανασφάλειας.

Το 48% των νέων ηλικίας 17 έως 34 ετών έχει εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει μέσα στην επόμενη πενταετία. Στους ανέργους το ποσοστό φτάνει το 49%.

Ταυτόχρονα, το 43% των νέων δηλώνει ότι έχει αναβάλει την απόκτηση παιδιού για οικονομικούς λόγους. Η ακρίβεια συνδέεται πλέον άμεσα με το δημογραφικό πρόβλημα. Όταν η στέγη, η εργασία και η οικονομική σταθερότητα παραμένουν αβέβαιες, η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται συνεχώς για αργότερα.

Βαθιά απαισιοδοξία για την οικονομία

Το 62% των πολιτών αναμένει επιδείνωση της οικονομίας, ενώ μόλις το 11% πιστεύει ότι θα υπάρξει βελτίωση. Η διαφορά αυτή αποκαλύπτει μια κοινωνία με εξαιρετικά περιορισμένες προσδοκίες.

Η απαισιοδοξία δεν αφορά μόνο το ατομικό εισόδημα. Συνοδεύεται από δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και στον τρόπο λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Ενδεικτικά, το 73% θεωρεί ότι στην υπόθεση των Τεμπών υπήρξε προσπάθεια κυβερνητικής συγκάλυψης.

Παρά τις αρνητικές αξιολογήσεις για τις δημόσιες υπηρεσίες, η εμπιστοσύνη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας διατηρεί οριακά θετικό ισοζύγιο, με 53% θετικές και 42% αρνητικές τοποθετήσεις. Οι πολίτες, δηλαδή, εξακολουθούν να αναγνωρίζουν την αξία των δημόσιων θεσμών κοινωνικής προστασίας, ακόμη και όταν διαπιστώνουν σοβαρές αδυναμίες στη λειτουργία τους.

Η κοινωνία δεν αποδέχεται τη φτωχοποίησή της

Παρά την οικονομική πίεση και τη διάχυτη απογοήτευση, η κοινωνία δεν έχει παραιτηθεί. Το 73% πιστεύει ότι η συλλογική δράση μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις, ενώ το 65% απορρίπτει την αντίληψη ότι η οικονομική δυσκολία είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα ατομικών επιλογών.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης δεν αποτελούν προσωπική αποτυχία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών.

Ωστόσο, οι συνέπειες βιώνονται ατομικά. Το 48% αντιμετωπίζει το άγχος ως προσωπικό ζήτημα, με το ποσοστό να αυξάνεται στο 53% μεταξύ των ανδρών και των νεότερων ηλικιακών ομάδων.

Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής: οι αιτίες της ανασφάλειας είναι συλλογικές, αλλά το βάρος τους μεταφέρεται στις πλάτες κάθε πολίτη ξεχωριστά.

Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να εξαντλείται σε προσωρινά επιδόματα και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτεί ουσιαστικούς ελέγχους στην αγορά, ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, προστασία της πρώτης κατοικίας, προσιτή στέγη και ισχυρό κοινωνικό κράτος.

Γιατί μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από τους αριθμούς της. Κρίνεται πρωτίστως από το αν οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια, να δημιουργούν οικογένεια και να σχεδιάζουν το μέλλον τους χωρίς φόβο.